Ξυπνάω το πρωί και έχω τις μαύρες μου. Βασικά δε θέλω να σηκωθώ καθόλου από το κρεββάτι. Θα μπορούσα να είμαι κουκουλωμένη εκεί με τις ώρες...
Σηκώνομαι, τουαλέτα, φοράω τις φόρμες μου, βρίζω, γιατί νά 'χω μάθει έτσι..., μονολογώ διάφορα, φοράω τα παπούτσια μου και φεύγω.
Αρχίζουμε στις 9 το πρωί. Φτάνω στάνταρ με 1-2 λεπτά καθυστέρηση, λες και τό 'χω ταγμένο. Αλλάζω παπούτσια, φοράω τα αθλητικά μου, μπαίνω μέσα και μπαίνω στο ρυθμό. Είναι τελείως μονότονος, αυτή η χαζή ρυθμική μουσική που δεν ξέρω πως τη λένε, ούτε σε ποιό είδος ανήκει, νταπ,νταπ,νταπ... και που το μόνο που μπορείς να κάνεις μ' αυτήν είναι να γυμνάζεσαι. Και μετά είναι η φωνή του Δημήτρη, του γυμναστή μας, ένα, δύο, τρία...είκοσι, ή ένα, δύο, τρία.... σαράντα, πενήντα, εξήντα, ανάλογα με το πόσο άχτι μας έχει την κάθε μέρα που τον αναγκάζουμε να μας γυμνάζει πρωί- πρωί! Και ανάποδα, εκατό, ενενηνταενιά, ενενήνταοκτώ, ενενήνταεπτά.... ένα, κανένα, ουφ!
Λοιπόν, όλη αυτήν την ώρα δε σκέφτομαι τίποτε, τα πάντα μένουν στο πίσω- πίσω μέρος του μυαλού μου και όσο το σώμα μου κουράζεται, το μυαλό και η ψυχή μου ξεκουράζονται... Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω από το να υπακούω, να ακολουθώ τα παραγγέλματα και να υποτάσσομαι, και αυτό γι' αυτήν τη μία ώρα είναι λυτρωτικό. Τελικά σκέφτομαι έχει την ευκολία του το να υπακούς απλά, να γίνεσαι ένα εκτελεστικό όργανο, να μην έχεις καμμία ευθύνη κι αυτός ο συνδυασμός της ρυθμικής υποταγής είναι άκρως διαλογιστικός... Πολλές φορές μέσα από τη διαδικασία αυτή ξεκαθαρίζουν πράγματα μέσα μου, πράγματα που μπορεί να με απασχολούσαν μέρες...
Κι όταν φεύγω είμαι άλλος άνθρωπος, δεν έχω πια τις μαύρες μου, είμαι ανάλαφρη και γεμάτη ενέργεια και ο καφές που σε λίγο θα πιώ φαντάζει ως η μέγιστη πολυτέλεια...!
Είμαι τελείως ούφο;