Είχα τα νεύρα μου από το πρωί, πράγμα καθόλου σπάνιο τώρα τελευταία...τρέχω και δεν προλαβαίνω! Κι εκεί που καθόμουν στο γραφείο μου προσπαθώντας να τελειώσω κάτι έρχεται ο πατέρας μου, να πάμε , λέει να μαζέψουμε κεράσια για την Κατερίνα, προχτές μου είπε, παπού πολύ μου αρέσουν τα κεράσια και με βοηθάνε και με τη δυσκοιλιότητα... Εδω να διευκρινίσω πως για τον πατέρα μου δουλειά είναι μόνο ότι έχει να κάνει με τα χέρια, με βρίσκει χαμένη σε βιβλία και χαρτιά, καίγομαι, δεν προλαβαίνω και λέει π.χ. να με πας μέχρι τον κουρέα, ή στη λαϊκή ή να πάμε να μαζέψουμε κάτι από το χωράφι, όπως καλή ώρα τώρα. Ποτέ δε ρωτάει αν μπορώ... Κι εγώ πάντα μπορώ, για κανέναν άλλο δεν θα το έκανα, για τον πατέρα μου πάντα μπορώ, χωρίς αυτός τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, να καταλαβαίνει πως ό,τι κάνω το κάνω γιατί θέλω να του δίνω χαρά... Μάλλον νομίζει ότι δε μου κοστίζει τίποτε...
Έτσι λοιπόν πήγαμε για κεράσια. Λατρεύω τα κεράσια, κι όταν τα μαζεύεις από το δέντρο σε πιάνει και θέλεις κι ακόμα λίγα, κι ακόμα λίγα και μετά στο σπίτι λες, μάνα μου, που θα τα βάλω όλα αυτά, τι θα τα κάνω, πόσα να φάμε;
Έτσι προέκυψε το γλυκό κεράσι! Μου αρέσει άλλωστε πολύ να το τρώω με γιαούρτι, γλυκό μαυροκέρασο, ή το καλοκαίρι με την πολλή ζέστη να το βάζω σε παγωμένο νερό και να κάνω κερασάδα, όπως κάποτε μας έκανε η μητέρα μου.
Συνταγή; 1 και 1/2 κιλό κεράσια
1 και 1/2 κιλό ζάχαρη
1 ποτήρι νερό
1 κουταλάκι του γλυκού τριμμένο μαχλέπι
χυμό από ένα μεγάλο λεμόνι
πλένουμε τα κεράσια και βγάζουμε τα κουκούτσια τους, ρίχνουμε το νερό στα κουκούτσια και μετά το στραγγίζουμε πάνω στην κατσαρόλα όπου έχουμε βάλει τα κεράσια (έτσι δε χάνουμε καθόλου απο τους χυμούς του κερασιού). Προσθέτουμε από πάνω τη ζάχαρη και αφήνουμε να σταθεί περίπου 12 ώρες. Βράζουμε το γλυκό μέχρι να δέσει το σιρόπι, ξαφρίζοντας το στην αρχή. Το λεμόνι και το μαχλέπι (προαιρετικό) τα βάζουμε κατά το τέλος. Βάζουμε το γλυκό σε γυάλινα βάζα, τα κλείνουμε καλά και τα γυρίζουμε ανάποδα και τα σκεπάζουμε για αρκετές ώρες με μια πετσέτα, για να κολλήσει το καπάκι. Κρατιούνται έτσι πάρα - πάρα πολύ καιρό, χρόνια, εννοείται εκτός ψυγείου.
Αυτό για το μαχλέπι το διάβασα στο "Γαστρονόμο" και πραγματικά του πήγε πολύ!

Περιττό να πω ότι δεν έχω πια καθόλου νεύρα...