καλές γιορτές σ' όλους!
εμείς θα λείψουμε για λίγο...
ευχηθείτε μας να μας παν όλα καλά!
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006
προσ-ευχή
Μπορώ να προσευχηθώ online;......................................
...............................................................................................
...............................................................................................
.......................................................... για σένα.
...............................................................................................
...............................................................................................
.......................................................... για σένα.
Τρίτη, Δεκεμβρίου 19, 2006
οι ελέφαντες
Σάββατο, Δεκεμβρίου 16, 2006
Ο ξάδερφός μου
Έχω έναν ξάδερφο. Ζει κάπου μακριά από μας. Πολύ μακριά. Όχι ότι είναι τόσα πολλά τα χιλιόμετρα που μας χωρίζουν, όχι, είναι που μας χωρίζουν κάποια σύνορα. Και τα σύνορα πρέπει να το πάρεις απόφαση για να τα περάσεις, ειδικά όταν δεν τα θέλησες, ειδικά όταν πονάνε. Σύνορα, βαρειά, δύσκολη λέξη...σίδερο.
Βρεθήκαμε πριν ένα μήνα περίπου. Ήταν τότε που είχα πάρει την απόφαση να τα περάσω τα σύνορα. Από τότε έχω την εικόνα του συνέχεια μπροστά μου, δηλαδή όχι ακριβώς μπροστά μου, αλλά να, σαν κάτι που υπάρχει πάντα, αλλά σε δεύτερο πλάνο, σαν πίσω από ένα πέπλο, κι είναι έτοιμο να ξεπηδήσει από εκεί, να σου φανερωθεί, αλλά χωρίς να σε εκπλήξει...

Έτσι έγινε σήμερα το πρωί. Μια ασήμαντη αφορμή, το βάζο με το μέλι και η χαλαρή κουβέντα του πρωινού...Ο Ζεμπλής έχει μέλισσες. Το μέλι που τρώμε είναι δικό του. Οι κυψέλες του βρίσκονται πίσω από το σπίτι τους. Αυτός βρίσκεται πάντα εκεί. Δε συναναστρέφεται με κόσμο. Ζει ανάμεσα στις μέλισσες και το βουητό τους. Έχει μια γυναίκα κι ένα γιο, ένα πανέμορφο αγόρι δεκατριών χρόνων με κάτι μάτια, θάλασσες τρικυμισμένες. Ο Ζεμπλής όμως είναι σα να ζει μόνος του. Μόνος στον κόσμο αυτόν, αυτός κι οι μέλισσες.

Τον είδαμε μια φορά σ' αυτό μας το ταξίδι, όταν φτάσαμε και μας καλωσόρισε. Ακουμπισμένος στον τοίχο, το τσιγάρο στο στόμα, μια θλίψη στα μάτια. Τον ξαναείδαμε όταν φύγαμε, τρεις μέρες μετά, και μας αποχαιρέτησε. Η θλίψη εκεί. Στο ενδιάμεσο διάστημα απλά κάπου περιφέρονταν, πίσω, στις μέλισσες και στο θερμοκήπιο. Πάντα σε δεύτερο πλάνο. Και πάντα έτσι ήταν, από μικρός.
Τον αγαπώ. Για όλα αυτά που δε λέει. Για όλα αυτά που ίσως δεν πει ποτέ του. Και που αφήνω τον εαυτό μου να νομίζει πως είναι κρυμμένα στο μέλι που μας δίνει, χωρίς να μας κοιτάει στα μάτια...
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 15, 2006
πρό-σ-κληση!
Στόλισα το δέντρο!
το σπίτι (έχω κόλλημα με τα αγγελάκια)
άναψα φωτιά στο τζάκι ....
και σας προσκαλώ! Ιδιαιτέρως μάλιστα την εαρινή συμφωνία !
κι επειδή, μουσικές δεν ξέρω ακόμα να βάζω, σκέφτηκα να σας πω μια ιστορία...
Ήταν κάποτε, λοιπόν, μια γυναίκα που ζούσε σ' ένα χωριό, όπως εγώ καλή ώρα. Ο άντρας της όμως δούλευε κάπου μακριά και αυτή, αφού πέρασε καιρός που δεν τον είχε δει, κι αφού πολύ τον πεθύμησε σκέφτηκε να πάει αυτή κοντά του. Για να πάει όμως εκεί που δούλευε ο άντρας της έπρεπε να περάσει από ένα μεγάλο, βαθύ ποτάμι κι αυτό γινόταν μόνο με βάρκα. Έξω απ' το ποτάμι ήταν ένας βαρκάρης, πάει λοιπόν και του λέει, θα με περάσεις απέναντι; Βεβαίως, απαντάει ο βαρκάρης, θέλω όμως για πληρωμή όλα σου τα ρούχα!...Σέκος αυτή. Γυμνή θα πήγαινε στον άντρα τη; Ο θεός να φυλάει! Φεύγει, γυρίζει σπίτι, αλλά δεν μπορεί να ησυχάσει...το μυαλό της στον άντρα της, θέλει να πάει να τον δει! Δεν μπορούσε ωστόσο να αποφασίσει μόνη της...Στο χωριό ζούσε ένας σοφός γέροντας και πήγε να ζητήσει τη συμβουλή του, το και το του λέει, και συ σε παρακαλώ, πες μου τι να κάνω; Σκέφτεται, σκέφτεται ο σοφός, όπως κάθε σοφός που σέβεται τον εαυτό του και της απαντάει μετά από πολλή ώρα: Εσύ, μόνη σου θα αποφασίσεις! Και, για να μην τα πολυλογώ, αυτή αποφάσισε όπως κάθε ερωτευμένη γυναίκα, (που δεν σέβεται τον εαυτό της!), να πάει στον άντρα της κι ας δώσει τα ρούχα της στον βαρκάρη...Έτσι κι έγινε, φτάνει λοιπόν στην απέναντι όχθη γυμνή, και για να πάει εκεί που δουλεύει ο άντρας της πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από ένα δάσος. Παίρνει λοιπόν το δρόμο, καλή ξεδιαλεγμένη και γυμνή και διασχίζει το δάσος. Έλα όμως που μέσα σ' αυτό το δάσος ζούσε ένας από τους ελάχιστους εναπομείναντες στην εποχή μας πρωτόγονους, που μόλις την βλέπει ορμάει πάνω της και την βιάζει! Τώρα; τι μπορούσε να κάνει; Κλαμένη συνεχίζει το δρόμο της και φτάνει κάποια στιγμή στον άντρα της. Μόλις τον βλέπει το κλάμα της γίνεται δυνατότερο, τρέχει, πέφτει στην αγκαλιά του, τι έπαθες την ρωτάει αυτός, το και το του λέει αυτή μέσα από τα αναφιλητά της, και τότε ο άντρας της, όπως κάθε άντρας που σέβεται τον εαυτό του, γυρίζει και, να φύγεις, της λέει, εγώ δεν θέλω να έχω τέτοια γυναίκα...
Η πρό-κληση, για όλους εσάς που ενδώσατε στην πρό-σ-κληση, είναι:
γράψτε, παρακαλώ, με σειρά τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας μας, ξεκινώντας από τον πιο αθώο και φτάνοντας στον πιο ένοχο.
Για τη λύση θα τα πούμε σ' ένα από τα επόμενα ποστ κι όποιος το ξέρει να μην το φανερώσει στους άλλους!
Άντε παιδιά, καλές γιορτές να έχουμε!
Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006
πασχαλίτσα
Αυτό το μικρό κολεόπτερο που το όνομά του στα Λατινικά είναι coccus, σπόρος, ονομάζεται παντού "Ζώο του Καλού Θεού" και χρησιμεύει πάνω από όλα στα παιδάκια για να κάνουν μετεωρολογικές προβλέψεις. Την κλείνουν στο χέρι και μόλις την ελευθερώσουν, αν πετάξει μακριά, "αύριο θα κάνει καλό καιρό". Μεταξύ των εφήβων λέγεται πως πετά προς τον αγαπημένο, ή εκείνον που πρόκειται να αγαπηθεί. Σε πολλές περιοχές, όπως π.χ. στη Σαβοϊα, έχει ρόλο αγγελιαφόρου μεταξύ ανθρώπου και Θεού. " Πήγαινε ζήτα από το Θεό να μην υπάρχουν άνθρωποι λυπημένοι ", λέει ένα παιδικό τραγουδάκι των γαλλικών Άλπεων.
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2006
Παρασκευή, Δεκεμβρίου 08, 2006
Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2006
Οι μύθοι του Αισώπου ή πως ένα κορίτσι έμαθε να διαβάζει...
Ήταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι, που ζούσε σ ’ένα μικρό χωριό με τη μαμά και τον μπαμπά του και τις δυο μικρότερες αδερφές του. Είχε μεγαλώσει πια αρκετά, πήγαινε στην Τρίτη Δημοτικού, αλλά δεν ήξερε ακόμα να διαβάζει…ή μάλλον ήξερε, αλλά συλλαβιστά και γι’ αυτό όλα τα παιδιά στην τάξη του το κορόιδευαν.
Δεν ήταν που δεν του άρεσε το σχολείο, ούτε που δεν έπαιρνε τα γράμματα, κι ούτε που δεν ήθελε να μάθει καλά ανάγνωση, σαν τα άλλα παιδιά που η γλώσσα τους έτρεχε…Ίσα –ίσα που πολλές φορές τη μάγευε ο κόσμος που υπήρχε πίσω από τις λέξεις, όταν κατάφερνε να δει καθαρά. Μόνο που τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να δει, γιατί οι εικόνες μπερδεύονταν, σκέπαζε η μία την άλλη, και πότε ήταν αυτή που ο πατέρας γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος όπως πάντα, με τα μάτια και την ψυχή θολά, που θάμπωνε τα γράμματα, όσο μεγάλα κι αν ήταν, πότε το αίμα από το κεφάλι της μαμάς στον τοίχο έφευγε κι ερχόταν στο βιβλίο και τότε οι συλλαβές χάνονταν, τρελαίνονταν, πηδούσαν από δω κι από εκεί, όπως η καρδιά στο στήθος του κοριτσιού.
Οι καλύτερες μέρες για το Λενιώ ήταν όταν είχε λιακάδα στο μυαλό και ο μπαμπάς ήταν μακριά. Τότε προσπαθούσε, και σήκωνε το χέρι στο σχολείο για να διαβάσει κι αυτό. Ήταν όμως τα άλλα παιδιά που με το παραμικρό λάθος της γελούσαν και τότε αυτή τα έχανε και τραύλιζε.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα της τάξης και μπήκε μέσα ο πατέρας του κοριτσιού. Ήρθα, λέει στη δασκάλα, να πάρω το Λενιώ, γιατί έχει τύφο και πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο. Το λεωφορείο και στη Θεσσαλονίκη. Στο μεγάλο νοσοκομείο, ένας μήνας περίπου. Η μαμά κι ο μπαμπάς στο χωριό, ερχόντουσαν αραιά και που. Το κορίτσι το φρόντιζε μια θεία και οι νοσοκόμες. Μια μέρα η θεία ήρθε κρατώντας στο χέρι δυο βιβλία, το ένα χρωματιστό, τα παραμύθια του Άντερσεν και το άλλο, πολύ χοντρό, άσπρο με μαύρα γράμματα, οι μύθοι του Αισώπου. Ησυχία, φροντίδα, μύθοι, παραμύθια…Για ένα σχεδόν μήνα δεν ακούγονταν βήματα που τρέκλιζαν στο σκοτάδι, ούτε φωνές, κατηγόριες, μαλώματα, βογκητά…Μόνο του διάβαζε…
Την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο αφότου έγινε καλά, σήκωσε το χέρι να διαβάσει το μάθημα. Η δασκάλα που το αγαπούσε, ρώτησε, είσαι σίγουρη Λενιώ; Δεν απάντησε, μόνο άρχισε να διαβάζει και τότε όλοι γύρω χάθηκαν, το μόνο που είδε όταν τελείωσε την ανάγνωση ήταν το γεμάτο χαρά βλέμμα της δασκάλας, το μόνο που ένιωσε διαβάζοντας ήταν η σιωπή των συμμαθητών του.
Πέρασαν τα χρόνια, το Λενιώ έγινε γυναίκα και μάνα. Προσπαθεί να ζει όσο γίνεται καλύτερα, πότε τα καταφέρνει και τότε όλα γύρω λαμποκοπούν κι η ψυχή της είναι ανάλαφρη όπως όταν πέφτει το πρώτο καλό χιόνι κι αυτή βαδίζει μόνη στα χωράφια του χωριού. Πότε δεν τα καταφέρνει και τότε …θέλει να βλέπει μόνο ηλιοβασιλέματα …τίποτε άλλο.
«…Στον τόσο μικρό πλανήτη σου όμως, έφτανε να πας την καρέκλα σου λίγα βήματα παραπέρα, για να δης το σούρουπο κάθε φορά που σου έκανε κέφι…
- Μια μέρα , είδα τον ήλιο να βασιλεύει σαράντα τρεις φορές!
Κι ύστερα από λίγο απόσωσες:
-Ξέρεις… όταν είναι κανείς πολύ λυπημένος, αγαπά τα ηλιοβασιλέματα …
-Ήσουν λοιπόν τόσο λυπημένος τη μέρα με τις σαράντα τρεις φορές;
Μα ο μικρός πρίγκηπας δεν αποκρίθηκε.»
Antoine de Saint-Exypery, «Ο Μικρός Πρίγκηπας», μετάφραση Στρατή Τσίρκα, εκδόσεις Ηριδανός.
Δεν ήταν που δεν του άρεσε το σχολείο, ούτε που δεν έπαιρνε τα γράμματα, κι ούτε που δεν ήθελε να μάθει καλά ανάγνωση, σαν τα άλλα παιδιά που η γλώσσα τους έτρεχε…Ίσα –ίσα που πολλές φορές τη μάγευε ο κόσμος που υπήρχε πίσω από τις λέξεις, όταν κατάφερνε να δει καθαρά. Μόνο που τις περισσότερες φορές δεν μπορούσε, δεν μπορούσε να δει, γιατί οι εικόνες μπερδεύονταν, σκέπαζε η μία την άλλη, και πότε ήταν αυτή που ο πατέρας γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος όπως πάντα, με τα μάτια και την ψυχή θολά, που θάμπωνε τα γράμματα, όσο μεγάλα κι αν ήταν, πότε το αίμα από το κεφάλι της μαμάς στον τοίχο έφευγε κι ερχόταν στο βιβλίο και τότε οι συλλαβές χάνονταν, τρελαίνονταν, πηδούσαν από δω κι από εκεί, όπως η καρδιά στο στήθος του κοριτσιού.
Οι καλύτερες μέρες για το Λενιώ ήταν όταν είχε λιακάδα στο μυαλό και ο μπαμπάς ήταν μακριά. Τότε προσπαθούσε, και σήκωνε το χέρι στο σχολείο για να διαβάσει κι αυτό. Ήταν όμως τα άλλα παιδιά που με το παραμικρό λάθος της γελούσαν και τότε αυτή τα έχανε και τραύλιζε.
Μια μέρα χτύπησε η πόρτα της τάξης και μπήκε μέσα ο πατέρας του κοριτσιού. Ήρθα, λέει στη δασκάλα, να πάρω το Λενιώ, γιατί έχει τύφο και πρέπει να την πάμε στο νοσοκομείο. Το λεωφορείο και στη Θεσσαλονίκη. Στο μεγάλο νοσοκομείο, ένας μήνας περίπου. Η μαμά κι ο μπαμπάς στο χωριό, ερχόντουσαν αραιά και που. Το κορίτσι το φρόντιζε μια θεία και οι νοσοκόμες. Μια μέρα η θεία ήρθε κρατώντας στο χέρι δυο βιβλία, το ένα χρωματιστό, τα παραμύθια του Άντερσεν και το άλλο, πολύ χοντρό, άσπρο με μαύρα γράμματα, οι μύθοι του Αισώπου. Ησυχία, φροντίδα, μύθοι, παραμύθια…Για ένα σχεδόν μήνα δεν ακούγονταν βήματα που τρέκλιζαν στο σκοτάδι, ούτε φωνές, κατηγόριες, μαλώματα, βογκητά…Μόνο του διάβαζε…
Την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο αφότου έγινε καλά, σήκωσε το χέρι να διαβάσει το μάθημα. Η δασκάλα που το αγαπούσε, ρώτησε, είσαι σίγουρη Λενιώ; Δεν απάντησε, μόνο άρχισε να διαβάζει και τότε όλοι γύρω χάθηκαν, το μόνο που είδε όταν τελείωσε την ανάγνωση ήταν το γεμάτο χαρά βλέμμα της δασκάλας, το μόνο που ένιωσε διαβάζοντας ήταν η σιωπή των συμμαθητών του.
Πέρασαν τα χρόνια, το Λενιώ έγινε γυναίκα και μάνα. Προσπαθεί να ζει όσο γίνεται καλύτερα, πότε τα καταφέρνει και τότε όλα γύρω λαμποκοπούν κι η ψυχή της είναι ανάλαφρη όπως όταν πέφτει το πρώτο καλό χιόνι κι αυτή βαδίζει μόνη στα χωράφια του χωριού. Πότε δεν τα καταφέρνει και τότε …θέλει να βλέπει μόνο ηλιοβασιλέματα …τίποτε άλλο.
«…Στον τόσο μικρό πλανήτη σου όμως, έφτανε να πας την καρέκλα σου λίγα βήματα παραπέρα, για να δης το σούρουπο κάθε φορά που σου έκανε κέφι…
- Μια μέρα , είδα τον ήλιο να βασιλεύει σαράντα τρεις φορές!
Κι ύστερα από λίγο απόσωσες:
-Ξέρεις… όταν είναι κανείς πολύ λυπημένος, αγαπά τα ηλιοβασιλέματα …
-Ήσουν λοιπόν τόσο λυπημένος τη μέρα με τις σαράντα τρεις φορές;
Μα ο μικρός πρίγκηπας δεν αποκρίθηκε.»
Antoine de Saint-Exypery, «Ο Μικρός Πρίγκηπας», μετάφραση Στρατή Τσίρκα, εκδόσεις Ηριδανός.
Κυριακή, Δεκεμβρίου 03, 2006
Δώρο Ασημένιο Ποίημα
Αυτό που ακολουθεί είναι ένα πολύ αγαπημένο μου ποίημα. Χτες είχα έτσι μια διάθεση καλή και το θυμήθηκα, θέλησα να το γράψω εδώ και δε θυμόμουν τους στίχους, ούτε και έβρισκα το βιβλίο με την ποιητική συλλογή, όμως γι’ αυτό υπάρχει το google, ε; Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν ότι είναι πολλοί αυτοί που το έχουν γράψει στο μπλογκ τους, άρα πολλοί αυτοί που το αγαπούν….
Δώρο Ασημένιο Ποίημα
Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο
Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας
Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.
Ο.Ελύτης, Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά.
Κι αυτή τη στιγμή ειλικρινά δεν ξέρω τι χρειάζομαι περισσότερο, να χαρίσω ή να βρεθώ να κρατώ στο χέρι ένα μικρό Δώρο Ασημένιο Ποίημα;
Δώρο Ασημένιο Ποίημα
Ξέρω πως είναι τίποτε όλ' αυτά και πως η γλώσσα
που μιλώ δεν έχει αλφάβητο
Aφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή συλ-
λαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα στους και-
ρούς της λύπης και της εξορίας
Kι η πατρίδα μια τοιχογραφία μ' επιστρώσεις διαδο-
χικές φράγκικες ή σλαβικές που αν τύχει και
βαλθείς για να την αποκαταστήσεις πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ' ένα πλήθος Eξουσίες ξένες μέσω της δικής σου
πάντοτε
Όπως γίνεται για τις συμφορές
Όμως ας φανταστούμε σ' ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να 'ναι και σε πολυκατοικία ότι παίζουνε
παιδιά και ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς να πει στους
άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Oπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν στο χέρι
τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.
Ο.Ελύτης, Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά.
Κι αυτή τη στιγμή ειλικρινά δεν ξέρω τι χρειάζομαι περισσότερο, να χαρίσω ή να βρεθώ να κρατώ στο χέρι ένα μικρό Δώρο Ασημένιο Ποίημα;
Απεχθάνομαι...
"Ο μοναχικός
Απεχθάνομαι να ακολουθώ, απεχθάνομαι να ηγούμαι.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Όχι!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του δεν προκαλεί φόβο σε κανέναν.
Και μόνον όποιος προκαλεί φόβο μπορεί να οδηγήσει άλλους!
Απεχθάνομαι ακόμη και να οδηγώ τον εαυτό μου!
Μ’ αρέσει, σαν τα ζώα του δάσους και της θάλασσας,
Να χάνομαι για αρκετή ώρα
Να κάθομαι οκλαδόν σε κάποιο γοητευτικό λαβύρινθο
Να καλώ τέλος τον εαυτό μου από μακριά
Να τον πλανεύω να έρθει πάλι κοντά μου."
(Φρίντριχ Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη)
Έτσι είναι ένας πολύ σημαντικός για μένα άνθρωπος, που θαυμάζω κι αγαπώ απεριόριστα…που νευρίαζα πολλές φορές μαζί του όταν δεν καταλάβαινα γιατί δεν θέλει να ηγείται…Και σήμερα το πρωί (τα πρωινά μας τα λατρεύω!) μου έδειξε αυτούς τους στίχους του Νίτσε , κι εγώ τι να πω; Τον ένιωσα ακόμη πιο κοντά μου…
Απεχθάνομαι να ακολουθώ, απεχθάνομαι να ηγούμαι.
Να υπακούω; Όχι! Και να κυβερνώ; Όχι!
Όποιος δεν φοβάται τον εαυτό του δεν προκαλεί φόβο σε κανέναν.
Και μόνον όποιος προκαλεί φόβο μπορεί να οδηγήσει άλλους!
Απεχθάνομαι ακόμη και να οδηγώ τον εαυτό μου!
Μ’ αρέσει, σαν τα ζώα του δάσους και της θάλασσας,
Να χάνομαι για αρκετή ώρα
Να κάθομαι οκλαδόν σε κάποιο γοητευτικό λαβύρινθο
Να καλώ τέλος τον εαυτό μου από μακριά
Να τον πλανεύω να έρθει πάλι κοντά μου."
(Φρίντριχ Νίτσε, Η χαρούμενη επιστήμη)
Έτσι είναι ένας πολύ σημαντικός για μένα άνθρωπος, που θαυμάζω κι αγαπώ απεριόριστα…που νευρίαζα πολλές φορές μαζί του όταν δεν καταλάβαινα γιατί δεν θέλει να ηγείται…Και σήμερα το πρωί (τα πρωινά μας τα λατρεύω!) μου έδειξε αυτούς τους στίχους του Νίτσε , κι εγώ τι να πω; Τον ένιωσα ακόμη πιο κοντά μου…
Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006
Στο δικαστήριο
Ο δικαστής ερωτά τον παθόντα:
- Αναγνωρίζετε εις το πρόσωπον του κατηγορουμένου τον άνθρωπον που σας έκλεψε το αυτοκίνητον σας;
-Μάλιστα, τον αναγνωρίζω, κύριε δικαστά. Αλλά μετά την αγόρευση του δικηγόρου του δεν είμαι πλέον βέβαιος αν είχα ποτέ αυτοκίνητο.
- Αναγνωρίζετε εις το πρόσωπον του κατηγορουμένου τον άνθρωπον που σας έκλεψε το αυτοκίνητον σας;
-Μάλιστα, τον αναγνωρίζω, κύριε δικαστά. Αλλά μετά την αγόρευση του δικηγόρου του δεν είμαι πλέον βέβαιος αν είχα ποτέ αυτοκίνητο.
Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006
Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006
ΛΗΣΜΟΝΙΕΣ
(ποίημα της Μιμόζα Αχμέτι)
Πόσο φρέσκια, πλυμένη και ελαφριά
είναι η ύπαρξη μετά τη λησμονιά,νιώθω το μαλλί μου
σε σχέση με τον αέρα
και τα μάτια σε σχέση με το φως
πέρα από όπου
τρέχει το βλέμμα,
πέρα από τη σχέση, πέρα από τον ορισμό
υπαρχει κάτι άλλο
που εμείς τυχαίως το λέμε Θεό,
κάτι το άπιαστο, το φευγαλέο
το μετακινούμενο, δίνει ειδικές ευκαιρίες στην ύπαρξη,
που πάει να πει: κάθε ξύλο ή πέτρα
μπορεί να ζωντανέψει
να ενσαρκωθεί
να γίνει άστρο
κι αυτός είναι ο λόγος όλων των υπάρξεων
των πραγμάτων, των τόσων πολλών πραγμάτων
στις υπάρξεις
και φαίνεται εδώ κάποια ροπή
παρόμοια του σκοπού
κι ένας ελαφρός μαγνητισμός κάνει τις επιθυμίες μου
να ηδονίζονται
για έναν άντρα
αν και "ποτέ δεν το είχα πρόβλημα".
Πόσο φρέσκια, πλυμένη και ελαφριά
είναι η ύπαρξη μετά τη λησμονιά,νιώθω το μαλλί μου
σε σχέση με τον αέρα
και τα μάτια σε σχέση με το φως
πέρα από όπου
τρέχει το βλέμμα,
πέρα από τη σχέση, πέρα από τον ορισμό
υπαρχει κάτι άλλο
που εμείς τυχαίως το λέμε Θεό,
κάτι το άπιαστο, το φευγαλέο
το μετακινούμενο, δίνει ειδικές ευκαιρίες στην ύπαρξη,
που πάει να πει: κάθε ξύλο ή πέτρα
μπορεί να ζωντανέψει
να ενσαρκωθεί
να γίνει άστρο
κι αυτός είναι ο λόγος όλων των υπάρξεων
των πραγμάτων, των τόσων πολλών πραγμάτων
στις υπάρξεις
και φαίνεται εδώ κάποια ροπή
παρόμοια του σκοπού
κι ένας ελαφρός μαγνητισμός κάνει τις επιθυμίες μου
να ηδονίζονται
για έναν άντρα
αν και "ποτέ δεν το είχα πρόβλημα".
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006
Λοιπόν μαμά,
γερνάω βέβαια, αλλά τις περισσότερες φορές το διασκεδάζω...και επίσης έχω μια υπέροχη κόρη! Ο μεγαλύτερος καημός μου που έφυγες νωρίς είναι το ότι δεν πρόλαβες να τη δεις, να τη δεις να γεννιέται, να κλαιει , να μπουσουλάει, να γελάει , να ψελίζει, να λέει την πρώτη της λέξη, να κάνει το πρώτο της βήμα και νάναι τόσο χαρόυμενη γι'αυτό, σα ν'ανακάλυψε την Αμερική...να περνούν τα χρόνια,να μην είσαι εδώ την πρώτη μέρα στο σχολείο, στο πρώτο ποίημα, στην πρώτη Παναγίτσα στην κιτς σχολική φάτνη των Χριστουγέννων, στα πρώτα ορνιθοσκαλίσματα...στο πρώτο φιλί-με μαγεία ή χωρίς, δεν ξέρω-, στον πρώτο τοίχο, που ορθώθηκε ξαφνικά ανάμεσά μας, στις πρώτες μεγάλες συγκρούσεις, τη φορά που τα διέλυσε όλα στο δωμάτιό της, τις φορές που κλαίει μόνη, γιατί δεν έχει τις απαντήσεις, αλλά δεν τις έχω ούτε και γω...τις φορές που συζητάει με τον πατέρα της, ψάχνοντας το νόημα αυτού του κόσμου, τις φορές που νευριάζει με το δικό μου μπαμπά, ναι, με τον μπαμπά, που ποτέ δεν ήξερε να δείξει την αγάπη του, τη δείχνει πάντα, ακόμη και τώρα με λάθος τρόπο, αλλά αυτή καταλαβαίνει "δεν πειράζει μαμά, το ξέρω πως ο παπούς μ' αγαπάει, το βλέπω στα μάτια του, αυτός όμως είναι ο τρόπος του να επικοινωνεί...", και δεν είσαι εδώ ούτε τώρα, στην πρώτη της σχέση, στα πρώτα μεγάλα ανοίγματα, το παιδί μου, το παιδί μας...
Το άλλο που έχω να σου πω είναι πως πήγαμε ένα ταξίδι με τον μπαμπά, εγώ και αυτός, "πάνω" που λέγατε απ' όταν ήμουν μικρή, έτσι το θυμάμαι...Του το είχα ταγμένο από όταν έπαθε το εγκεφαλικό και μετά, τώρα όμως καταλαβαίνω πως μάλλον το είχα ταγμένο στον εαυτό μου...Ήταν ένα ταξίδι, μ'όλα τα γράμματα κεφαλαία,ταξίδι μέσα κι έξω, κατάδυση κι ανάδυση μαζί και πολλά άλλα που κάποια στιγμή μπορεί να μπορέσω να τα πω και με λόγια.
Τα άλλα δύο μέλη της οικογένειάς μου, άντρας και κόρη, καθότι της κουλτούρας και του πολιτισμού γενικότερα...και όχι τόσο του λαϊκού πολιτισμού σαν εμένα, προτίμησαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης! Και το τελευταίο που θέλω να σου πω, για να μπείς έτσι καλύτερα στο κλίμα της οικογένειας, είναι η συζήτηση που είχαμε το πρωί με την εγγονή σου, στο αυτοκίνητο, την ώρα που την πήγαινα σχολείο: μαμά, χθες το "χνούδι" έγραψε ένα υπέροχο κείμενο, καλά , λέω, τώρα που θα γυρίσω σπίτι, θα το διαβάσω πίνοντας τον καφέ μου. Κοίτα, μου λέει, μην αποχαυνωθείς...!Μπα, απαντώ, μη φοβάσαι, έτσι κι αλλιώς έχω καμμιά βδομάδα να μπω...Ξέρεις,συνεχίζω, τις τελευταίες μέρες έχω τόσα πολλά να πω, αλλά δεν ξέρω πως...Εγώ, κουνάει το κεφάλι της, δεν έχω τίποτε να πω και δεν ξέρω πως να το πω...
Και, ναι μαμά, μλογκάρουμε και οι δύο, και πότε-πότε μπερδευόμαστε...Φιλιά.
Το άλλο που έχω να σου πω είναι πως πήγαμε ένα ταξίδι με τον μπαμπά, εγώ και αυτός, "πάνω" που λέγατε απ' όταν ήμουν μικρή, έτσι το θυμάμαι...Του το είχα ταγμένο από όταν έπαθε το εγκεφαλικό και μετά, τώρα όμως καταλαβαίνω πως μάλλον το είχα ταγμένο στον εαυτό μου...Ήταν ένα ταξίδι, μ'όλα τα γράμματα κεφαλαία,ταξίδι μέσα κι έξω, κατάδυση κι ανάδυση μαζί και πολλά άλλα που κάποια στιγμή μπορεί να μπορέσω να τα πω και με λόγια.
Τα άλλα δύο μέλη της οικογένειάς μου, άντρας και κόρη, καθότι της κουλτούρας και του πολιτισμού γενικότερα...και όχι τόσο του λαϊκού πολιτισμού σαν εμένα, προτίμησαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης! Και το τελευταίο που θέλω να σου πω, για να μπείς έτσι καλύτερα στο κλίμα της οικογένειας, είναι η συζήτηση που είχαμε το πρωί με την εγγονή σου, στο αυτοκίνητο, την ώρα που την πήγαινα σχολείο: μαμά, χθες το "χνούδι" έγραψε ένα υπέροχο κείμενο, καλά , λέω, τώρα που θα γυρίσω σπίτι, θα το διαβάσω πίνοντας τον καφέ μου. Κοίτα, μου λέει, μην αποχαυνωθείς...!Μπα, απαντώ, μη φοβάσαι, έτσι κι αλλιώς έχω καμμιά βδομάδα να μπω...Ξέρεις,συνεχίζω, τις τελευταίες μέρες έχω τόσα πολλά να πω, αλλά δεν ξέρω πως...Εγώ, κουνάει το κεφάλι της, δεν έχω τίποτε να πω και δεν ξέρω πως να το πω...
Και, ναι μαμά, μλογκάρουμε και οι δύο, και πότε-πότε μπερδευόμαστε...Φιλιά.
Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006
Συνέχεια
"...Τότε οι μοίρες είπανε, τελευταία περίπτωση, αν δώσει η νύφη, που ήταν από την άλλη πλευρά του ποταμού, από τα δικά της χρόνια το παλικάρι θα ξαναζήσει. Τρέξανε οι αγγελιοφόροι και σε λίγο γύρισαν πίσω χαρούμενοι να ειδοποιήσουν τις μοίρες. Η νύφη, η κοπελιά, ζήτησε να δώσει στον δικό της όχι λίγα χρόνια αλλά τα μισά, συν ένα, είπε, για να με συνοδεύσει αυτός στην άλλη ζωή. Τότε οι μοίρες εξαφανίστηκαν και το παλικάρι σηκώθηκε όρθιο, σαν να είχε ξυπνήσει από βαρύ ύπνο. Κι έγινε ο γάμος, και το γλέντι συνεχίστηκε μέχρι το πρωί και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα."
Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
Η συνέχεια του παραμυθιού
Λέω να το συνεχίσω το παραμύθι σήμερα:
« Πράγματι το παιδί μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε, κι ήταν πάντα ο καλύτερος. Εκεί στην πόλη όπου σπούδαζε, γνωρίστηκε με μια κοπέλα της δικής του σειράς, κοντοχωριανή που σπούδαζε στο ίδιο σχολείο, έξυπνη κι όμορφη σαν κι αυτόν. Τα δυο παιδιά αγαπήθηκαν και σαν τελείωσαν τις σπουδές τους αποφάσισαν να παντρευτούν, για να συνεχίσουν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί, και πράγματι όρισαν την ημερομηνία της τελετής. Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, γλεντούσαν και χορεύανε, κι ήμουν κι εγώ εκεί. Όμως, όταν πήρανε την νύφη και πηγαίνανε προς το χωριό του, κι ενώ ο γαμπρός είχε περάσει το ποτάμι που υπήρχε ανάμεσα και η νύφη ήταν στην άλλη πλευρά, το παλικάρι ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρό. Μαζεύτηκε ο κόσμος και παραπονεμένοι ζητήσανε τις μοίρες. Θαύμα λοιπόν εμφανίστηκαν αυτές, και έδωσαν οδηγίες να πάνε στην μάνα του παιδιού, και όσα χρόνια δώσει αυτή, το παιδί να τα ξαναζήσει. Δυστυχώς όμως οι αγγελιοφόροι γύρισαν στενοχωρημένοι διότι η μάνα τους είπε πως είναι γριά και της έχουν μείνει λίγα χρόνια και δεν μπορεί να δώσει.»
Η συνέχεια αύριο, σήμερα έχω πολλή –πολλή δουλειά…
« Πράγματι το παιδί μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε, κι ήταν πάντα ο καλύτερος. Εκεί στην πόλη όπου σπούδαζε, γνωρίστηκε με μια κοπέλα της δικής του σειράς, κοντοχωριανή που σπούδαζε στο ίδιο σχολείο, έξυπνη κι όμορφη σαν κι αυτόν. Τα δυο παιδιά αγαπήθηκαν και σαν τελείωσαν τις σπουδές τους αποφάσισαν να παντρευτούν, για να συνεχίσουν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί, και πράγματι όρισαν την ημερομηνία της τελετής. Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, γλεντούσαν και χορεύανε, κι ήμουν κι εγώ εκεί. Όμως, όταν πήρανε την νύφη και πηγαίνανε προς το χωριό του, κι ενώ ο γαμπρός είχε περάσει το ποτάμι που υπήρχε ανάμεσα και η νύφη ήταν στην άλλη πλευρά, το παλικάρι ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρό. Μαζεύτηκε ο κόσμος και παραπονεμένοι ζητήσανε τις μοίρες. Θαύμα λοιπόν εμφανίστηκαν αυτές, και έδωσαν οδηγίες να πάνε στην μάνα του παιδιού, και όσα χρόνια δώσει αυτή, το παιδί να τα ξαναζήσει. Δυστυχώς όμως οι αγγελιοφόροι γύρισαν στενοχωρημένοι διότι η μάνα τους είπε πως είναι γριά και της έχουν μείνει λίγα χρόνια και δεν μπορεί να δώσει.»
Η συνέχεια αύριο, σήμερα έχω πολλή –πολλή δουλειά…
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006
Παραμύθι
Χρειάστηκε σήμερα να πω ένα παραμύθι, κι ήταν πολύ δύσκολα, ξέμαθα ή μάλλον δεν είχα μάθει ποτέ...Λέω να κάνω μια προσπάθεια, απ'αυτά που θυμάμαι, απ'αυτά που μου έλεγες εσύ...κάπως έτσι:
Ήταν, λέει, μια φορά κι έναν καιρό ένα ανδρόγυνο που δεν είχε παιδιά και για αυτό ήταν πολύ στενοχωρημένο. Τα χρόνια περνούσαν και αυτοί παρακαλούσαν το θεό να τους αξιώσει να αποκτήσουν ένα παιδάκι. Πράγματι μετά από πολλά χρόνια, η γυναίκα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Το πρώτο βράδυ της ζωής του, ήρθαν οι μοίρες για να αποφασίσουν για τη ζωή του νεογέννητου. Η πρώτη μοίρα ζήτησε το παιδί αυτό να γίνει όμορφο, έξυπνο, αλλά να πεθάνει στα πέντε του χρόνια. Μετά από λίγο ήρθε η δεύτερη μοίρα που συμφώνησε με την πρώτη για την ομορφιά και την εξυπνάδα, αλλά, λίγο πιο γενναιόδωρη, έδωσε στο παιδί άλλα δέκα χρόνια ζωής. Τότε έφτασε και η τρίτη μοίρα που και αυτή δεν είχε αντίρρρηση για την εξυπνάδα και την ομορφιά, ήθελε όμως ν’αφήσουν το παιδί να ζήσει περισσότερα χρόνια. Η απόφαση πάρθηκε τις πρωινές ώρες, πριν ξημερώσει και λήξει η συνεδρίαση. Το παιδάκι αυτό θα ζήσει ως τη μέρα του γάμου του. Τότε το ξανασυζητάμε, είπαν οι μοίρες.
Αυτά για την ώρα, τα ξαναλέμε αύριο πάλι...
Ήταν, λέει, μια φορά κι έναν καιρό ένα ανδρόγυνο που δεν είχε παιδιά και για αυτό ήταν πολύ στενοχωρημένο. Τα χρόνια περνούσαν και αυτοί παρακαλούσαν το θεό να τους αξιώσει να αποκτήσουν ένα παιδάκι. Πράγματι μετά από πολλά χρόνια, η γυναίκα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Το πρώτο βράδυ της ζωής του, ήρθαν οι μοίρες για να αποφασίσουν για τη ζωή του νεογέννητου. Η πρώτη μοίρα ζήτησε το παιδί αυτό να γίνει όμορφο, έξυπνο, αλλά να πεθάνει στα πέντε του χρόνια. Μετά από λίγο ήρθε η δεύτερη μοίρα που συμφώνησε με την πρώτη για την ομορφιά και την εξυπνάδα, αλλά, λίγο πιο γενναιόδωρη, έδωσε στο παιδί άλλα δέκα χρόνια ζωής. Τότε έφτασε και η τρίτη μοίρα που και αυτή δεν είχε αντίρρρηση για την εξυπνάδα και την ομορφιά, ήθελε όμως ν’αφήσουν το παιδί να ζήσει περισσότερα χρόνια. Η απόφαση πάρθηκε τις πρωινές ώρες, πριν ξημερώσει και λήξει η συνεδρίαση. Το παιδάκι αυτό θα ζήσει ως τη μέρα του γάμου του. Τότε το ξανασυζητάμε, είπαν οι μοίρες.
Αυτά για την ώρα, τα ξαναλέμε αύριο πάλι...
ΠΟΙΗΣΗ
Χθες ήταν μια ωραία βραδιά στο Κανναβουργείο της Έδεσσας. Σ' αυτόν τον χώρο, που από μόνος του λειτουργεί ποιητικά, διαβάστηκε ποίηση. Η πιο δυνατή στιγμή για μένα: όταν σ' αυτό το υποβλητικό περιβάλλον και στο ζεστό μισοσκόταδο η Μιμόζα Αχμέτι, ποιήτρια από την Αλβανία, τραγούδησε...και έδωσε με τη φωνή της το στίγμα της ποίησής της, το στίγμα της ποίησης. Στιγμές που σταμάτησε ο χρόνος, στιγμές που σε κάνουν να μη μετανιώνεις αν, κατά τα άλλα, αναγκάζεσαι να συμφύρεσαι και να αναλώνεσαι "μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες".
Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


