Πέμπτη, Ιανουαρίου 31, 2008

Αντισταθείτε;

Δύσκολο πράγμα η αντίσταση. Εύκολα όμως, μα πολύ εύκολα, αποφάσισα για το ποίημα μόλις πήρα την πρόσκληση από τη maria iribarne. Είναι αγαπημένο μου ποίημα, αγαπημένος μου ποιητής ο Πάμπλο Νερούντα και γι' αυτό είναι και από τις αγαπημένες μου ταινίες και το "il postino". Ας μιλήσει όμως η ποίηση:

Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά,
όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλεί σε όποιον δε γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι,
όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στην δουλειά του,
όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα για την αβεβαιότητα
για να κυνηγήσει ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του
τουλάχιστον μια φορά στην ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες
συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει
όποιος δεν διαβάζει
όποιος δεν ακούει μουσική
όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον ερωτά του,
όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για την τύχη του
ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα πριν την αρχίσει
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό γεγονός της αναπνοής.

Πάμπλο Νερούντα


Θα ήθελα να συνεχίσουν με αγαπημένα τους ποιήματα : ο socrates, η Μαρία και αυτή η κοπελιά που τη διαβάζω εδώ και καιρό χωρίς όμως να της έχω αφήσει ποτέ κάποιο σχόλιο!

Σάββατο, Ιανουαρίου 19, 2008

τα όρια του κόσμου μας



Ένας άντρας, αφού λεηλάτησε μια πόλη, προσπαθούσε να πουλήσει ένα χαλί, ένα από τα λάφυρα.
" ποιος θα μου δώσει εκατό χρυσά γι' αυτό το χαλί; ", φώναζε μέσα στην πόλη. Αφού η αγοραπωλησία ολοκληρώθηκε ένας σύντροφός του τον πλησίασε και ρώτησε:
" γιατί δεν ζήτησες περισσότερα γι' αυτό το πολύτιμο χαλί; "
" υπάρχει αριθμός μεγαλύτερος από το εκατό;", ρώτησε ο πωλητής.

για κάθε έναν από μας υπάρχει ένας " αριθμός" που μεγαλύτερός του δεν πιστεύουμε πως υπάρχει, αν όμως υπάρχει;

Κυριακή, Ιανουαρίου 13, 2008

στενά παπούτσια



Πάει λίγη ώρα που γύρισα σπίτι μετά τη συνάντηση που είχαμε με μερικά παιδιά (κορίτσια είναι όλα!) του χωριού στην αίθουσα του Μορφωτικού μας Συλλόγου. Έχουμε κάνει μια Παιδική Λέσχη Ανάγνωσης. Αυτή ήταν η δεύτερη συνάντησή μας. Διαβάσαμε "Τα στενά παπούτσια" της Ζωρζ Σαρή. Η συζήτησή μας ήταν πολύ όμορφη και χάρηκα γι' αυτό! Τα σκέφτομαι συχνά τα παιδιά του χωριού, τα βλέπω πολλές φορές να τριγυρνάνε άσκοπα έξω ή να κάθονται κάπου τελείως βαριεστημένα και η εικόνα αυτή δε μου αρέσει καθόλου. Χρειάζονται ερεθίσματα αλλά δυστυχώς η επαρχία λίγα μόνο μπορεί να προσφέρει.

Πάντως για μένα σήμερα ήταν μια ανάσα ζωής! Τελικά πράγματι δίνοντας παίρνεις, και μάλλον πολύ περισσότερα...

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Καλή Χρονιά!

Δε χρειάζονται πολλά για να είσαι καλά. Στην πραγματικότητα χρειάζονται πολύ λίγα: υγεία (σωματική και ψυχική), οι δικοί σου άνθρωποι γύρω σου, μια καλή κουβέντα, ένα ποτήρι κρασί, ένα χαμόγελο, μια ευχάριστη έκπληξη, ένα αναπάντεχο δώρο...
Τότε αντικρύζεις και συ τη ζωή με χαμόγελο και χαρά και αναμονή γι' αυτό που πρόκειται να έρθει!
Καλή μας χρονιά!

Πέμπτη, Νοεμβρίου 15, 2007

Τρέχω

Σαν κουρδισμένη...

Κυριακή, Οκτωβρίου 14, 2007

Δρόμοι (1)

Οι δρόμοι που είναι ανοιχτοί μπροστά σου, οι δρόμοι που σε καλούν... Μπροστά μου αμέσως δημιουργείται η εικόνα ενός μεγάλου φαρδιού δρόμου, ίσιου και μεγάλου, όπως αυτοί οι μεγάλοι δρόμοι που διασχίζουν κατά μήκος την Ιταλία και τελειωμό δεν έχουν.
Μου αρέσει να είναι μακριά ο προορισμός και να μην ξέρεις πότε θα φτάσεις. Μου αρέσει να βγαίνουμε από τον μεγάλο δρόμο και να χανόμαστε σε μικρούς επαρχιακούς δρόμους όπου δεν τρέχουν όλοι σα δαιμονισμένοι, δεν περνούν ξυστά δίπλα σου. Να χάνουμε τον δρόμο και να ρωτάμε για να τον ξαναβρούμε και να πιάνουμε κουβέντα και να καθόμαστε άμα λάχει σε ξεχασμένες πλατείες χωριών που δεν είναι τουριστικά. Να πίνουμε στα ξαφνικά ένα τσίπουρο και οι ντόπιοι που μιλάμε μαζί τους να είναι σαν τον πατέρα μου ή σαν τον θείο μου, ή σαν τον μπάι-Ντήνη, που μας έλεγε παραμύθια, όταν ήμουν παιδί και μαζεύομασταν όλα μαζί τα παιδιά του χωριού στα χόρτα μπροστά στο σπίτι του και κρεμόμασταν απ' τα χείλη του...
Μου αρέσει μετά να ξαναβρίσκουμε το δρόμο το σωστό, ν' ακούμε τη μουσική που μας αρέσει και που κάνει το ταξίδι διπλό, ένα αυτό το κανονικό κι άλλο ένα μέσα μας, σ' αυτά που μόλις ζήσαμε, σ' αυτά που πολύ πριν ζήσαμε και τα είχαμε ξεχάσει ή σ' αυτά που θέλουμε να ζήσουμε... Να λέμε και καμιά κουβέντα πότε - πότε, έτσι για να δηλώνουμε την παρουσία μας, αλλά αυτό να μην πειράζει, θέλω να πω η σιωπή να είναι οικεία, γλυκιά, ανακουφιστική, ίσα για να γεμίσουμε τις μπαταρίες μας χωρίς να είναι ανάγκη να απολογηθούμε σε κανέναν γιατί τις εξαντλήσαμε.
Και μου αρέσει επίσης να κάνω τον δρόμο και μόνη. Μου αρέσει να οδηγώ, να μην έχω κανέναν δίπλα μου, να ακούω ραδιόφωνο, να εκπλήσσομαι από τη μουσική, να βρίσκω τον εαυτό μου που τον χάνω στην καθημερινότητα, να νιώθω πως όλα μπορώ να τα κάνω!

Κυριακή, Οκτωβρίου 07, 2007

Δρόμοι

Μου αρέσουν οι δρόμοι. Να ξεκινάς και να νιώθεις πως τώρα κάτι καινούριο αρχίζει. Φεύγεις, πας κάπου αλλού... Ο αδερφός μου έλεγε πως εμένα μάλλον από λάθος στο μαιευτήριο μ' έδωσαν στην οικογένειά μας, καλύτερα θα ταίριαζα στους τσιγγάνους!
Μου αρέσει όμως και να επιστρέφω, κι έτσι χωρίζω τους δρόμους σε κομμάτια. Είναι αυτά που σε απομακρύνουν από την εστία σου και είναι τα ίδια πάλι που σε φέρνουν κοντά...
Σ' αυτό το κομμάτι του δρόμου, το τελευταίο, νιώθω πάντα τα ίδια συναισθήματα. Ηρεμία που έρχεται σιγά σιγά όσο τα δέντρα πληθαίνουν, το τοπίο αλλάζει, τα βουνά είναι τα δικά μας και οι πινακίδες είναι περιττές. Η ψυχή μου έρχεται σιγά σιγά στη θέση της , τα μάτια κλείνουν, θαλπωρή με τυλίγει... Ξέρω σε ποια στροφή του δρόμου γίνεται αυτό και είναι στον δρόμο για το πατρικό μου, και ήταν πάντοτε έτσι. Μου συνέβη και όταν ζούσαμε στη Γερμανία. Τα δύο πρώτα χρόνια είμασταν στο Gifhorn, μια μικρή πόλη στη Βόρεια Γερμανία και μετά στο Βielefeld. Ξέρω σε ποιο κομμάτι του δρόμου από το Bielefeld για το Gifhorn γινόταν η αλλαγή, πότε ένιωθα στα δικά μου νερά κι ότι τώρα φτάνω σπίτι, κι όλως περιέργως δεν ήταν το σπίτι μου εκεί. Ήταν όμως άνθρωποι που αγαπούσα. Και ήταν ο προορισμός μου, άλλη μία εστία... Κι όταν τα σκέφτομαι αυτά και νιώθω κάπως έτσι, έρχονται πάντα στο μυαλό μου οι στίχοι του Καβάφη "αγαπημένα των πατρίδων μας νερά" από το ποίημά του Επάνοδος απότην Ελλάδα:


Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε;
—αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.
Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.
Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,καμιά Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.
A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου που ρέει μες στες φλέβες μας
να μη ντραπούμε,να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 16, 2007

Μονές κάλτσες

Είναι πράγματι ανεξήγητο, όπως και πολύ εκνευριστικό. Συμβαίνει συχνά να απλώνω τα ρούχα από το πλυντήριο και να μένουν στο τέλος κάποιες κάλτσες μόνες τους, χωρίς ταίρι. Αρχικά ελπίζω πως στο επόμενο πλυντήριο κάπου θα βρεθούν και, πραγματικά, κάποιες βρίσκονται. Άλλες πάλι επιμένουν μόνες. Αυτές τις μονές τις μαζεύω σε ένα συρτάρι και από καιρού εις καιρόν προσπαθώ να τις ταιριάξω, και πάλι κάποιες πραγματικά βρίσκουν το ταίρι τους και μάλιστα με την πρώτη ματιά, ενώ άλλες όταν πια έχω απογοητευτεί και τις μαζεύω ξεπροβάλλουν ταιριαστές απο το σωρό σαν εκείνες τις εικόνες που βγαίνουν τρισδιάστατες μέσα από μια άλλη εικόνα όταν ξέρεις πως να κοιτάξεις ( είναι σε κάτι βιβλία που στα γερμανικά λέγονται "das magische Augen" ). Bρίσκουν την τελευταία στιγμή το ταίρι τους. Κι άλλες μένουν πάλι μονές. Λοιπόν αυτές που μένουν τελικά μονές πολύ τις συμπαθώ και για να μη μένουν παραπονεμένες στο συρτάρι τις φορώ κι ας είναι αταίριαστες, κάνω μάλιστα ωραίους και χαρούμενους συνδιασμούς και γεμίζω ανάλαφρα συναισθήματα. Είναι σα να γίνομαι πάλι παιδί και να κλείνω σκανταλιάρικα το μάτι...
Κι αυτό που ήθελα να πω ξεκινώντας είναι πως έχω την εντύπωση ότι κάτι ανάλογο με τις κάλτσες συμβαίνει και με τους ανθρώπους, που στο καλό χάνονται και δεν μπορούν να βρεθούν;

Τετάρτη, Αυγούστου 01, 2007

Πάει τόσος καιρός που δεν έχω γράψει κάτι κι έτσι νιώθω μια περίεργη αμηχανία τώρα που ξανακάθησα μπροστά στον υπολογιστή, σα να έχω να απολογηθώ για τη συμπεριφορά μου... Παράξενο.

Αύριο φεύγουμε πάλι κι είμαι μ' ένα μεγάλο άγχος μέσα μου. Χαίρομαι που θα πάμε πάλι στο Πήλιο, χαίρομαι που θα δούμε ανθρώπους δικούς μας, ξέρω πως θα περάσουμε καλά, κι όμως... Είναι που αφήνω τον πατέρα μου πίσω, είναι που είναι πάντα θλιμμένος και κακότροπος, είναι που δεν ξέρω τον τρόπο να κάνω κάτι γι' αυτό; Νιώθω τόσο κοντά του και τόσο ξένη ταυτόχρονα και νιώθω ενοχές.

Πέμπτη, Ιουνίου 14, 2007

κεράσι γλυκό




Είχα τα νεύρα μου από το πρωί, πράγμα καθόλου σπάνιο τώρα τελευταία...τρέχω και δεν προλαβαίνω! Κι εκεί που καθόμουν στο γραφείο μου προσπαθώντας να τελειώσω κάτι έρχεται ο πατέρας μου, να πάμε , λέει να μαζέψουμε κεράσια για την Κατερίνα, προχτές μου είπε, παπού πολύ μου αρέσουν τα κεράσια και με βοηθάνε και με τη δυσκοιλιότητα... Εδω να διευκρινίσω πως για τον πατέρα μου δουλειά είναι μόνο ότι έχει να κάνει με τα χέρια, με βρίσκει χαμένη σε βιβλία και χαρτιά, καίγομαι, δεν προλαβαίνω και λέει π.χ. να με πας μέχρι τον κουρέα, ή στη λαϊκή ή να πάμε να μαζέψουμε κάτι από το χωράφι, όπως καλή ώρα τώρα. Ποτέ δε ρωτάει αν μπορώ... Κι εγώ πάντα μπορώ, για κανέναν άλλο δεν θα το έκανα, για τον πατέρα μου πάντα μπορώ, χωρίς αυτός τις περισσότερες φορές, αν όχι πάντα, να καταλαβαίνει πως ό,τι κάνω το κάνω γιατί θέλω να του δίνω χαρά... Μάλλον νομίζει ότι δε μου κοστίζει τίποτε...


Έτσι λοιπόν πήγαμε για κεράσια. Λατρεύω τα κεράσια, κι όταν τα μαζεύεις από το δέντρο σε πιάνει και θέλεις κι ακόμα λίγα, κι ακόμα λίγα και μετά στο σπίτι λες, μάνα μου, που θα τα βάλω όλα αυτά, τι θα τα κάνω, πόσα να φάμε;


Έτσι προέκυψε το γλυκό κεράσι! Μου αρέσει άλλωστε πολύ να το τρώω με γιαούρτι, γλυκό μαυροκέρασο, ή το καλοκαίρι με την πολλή ζέστη να το βάζω σε παγωμένο νερό και να κάνω κερασάδα, όπως κάποτε μας έκανε η μητέρα μου.


Συνταγή; 1 και 1/2 κιλό κεράσια


1 και 1/2 κιλό ζάχαρη


1 ποτήρι νερό


1 κουταλάκι του γλυκού τριμμένο μαχλέπι


χυμό από ένα μεγάλο λεμόνι


πλένουμε τα κεράσια και βγάζουμε τα κουκούτσια τους, ρίχνουμε το νερό στα κουκούτσια και μετά το στραγγίζουμε πάνω στην κατσαρόλα όπου έχουμε βάλει τα κεράσια (έτσι δε χάνουμε καθόλου απο τους χυμούς του κερασιού). Προσθέτουμε από πάνω τη ζάχαρη και αφήνουμε να σταθεί περίπου 12 ώρες. Βράζουμε το γλυκό μέχρι να δέσει το σιρόπι, ξαφρίζοντας το στην αρχή. Το λεμόνι και το μαχλέπι (προαιρετικό) τα βάζουμε κατά το τέλος. Βάζουμε το γλυκό σε γυάλινα βάζα, τα κλείνουμε καλά και τα γυρίζουμε ανάποδα και τα σκεπάζουμε για αρκετές ώρες με μια πετσέτα, για να κολλήσει το καπάκι. Κρατιούνται έτσι πάρα - πάρα πολύ καιρό, χρόνια, εννοείται εκτός ψυγείου.


Αυτό για το μαχλέπι το διάβασα στο "Γαστρονόμο" και πραγματικά του πήγε πολύ!

ποιός θέλει να τον κεράσω;


Περιττό να πω ότι δεν έχω πια καθόλου νεύρα...


Πέμπτη, Ιουνίου 07, 2007

ένας χρόνος


Χτες συμπληρώθηκε ένας χρόνος. Ήταν 6 Ιουνίου θυμάμαι, ήμουν στην αίθουσα υπολογιστών του σχολείου, τελείωνα κάποια δουλειά κι ήμουν τελείως ζαλισμένη, είχα διαβάσει κάπου για τα blogs κι είπα δεν ψάχνεις λίγο, έτσι, να δεις τι είναι…
Έφυγα έχοντας κάνει το δικό μου blog, πολύ χαρούμενη, λες και είχα καταφέρει ποιος ξέρει τι…
Άρχισα να γράφω δειλά, δειλά μετά από κάποιον καιρό. Ήμουν πολύ διστακτική, είχα την αίσθηση ότι εκτίθεμαι, σαν κάπως να ήμουν γυμνή στο δρόμο, και καλά ο δρόμος ήταν άδειος, δε με έβλεπε κανείς… Αγνοούσαν οι πάντες την ύπαρξή μου κι όμως εγώ εξακολουθούσα να νρέπομαι! Μετά πέρασα στη φάση του να νιώθω κάπως παράξενα και ριγμένη, παιδιά δε με διάβαζε κανείς, γιατί να με διαβάσει άλλωστε; Ένιωθα σαν παιδί που δεν το παίζουν κι η αλήθεια είναι πως τα τελευταία τριάντα χρόνια δεν είχα πρόβλημα αυτοεκτίμησης, βρε λες; Μου ερχόταν να φωνάξω, κοιτάξτε με, είμαι και γω εδώ, μπορεί να μην είμαι κάτι εξαιρετικό αλλά καλούλα είμαι πάλι κι αν μου δώσετε θάρρος, μπορεί να γίνω και καλύτερη…
Και μετά άρχισα να επικοινωνώ, κατέβηκα από το βάθρο όπου είχα στημένο τον εαυτό μου και άρχισα να επικοινωνώ…
Τώρα, ένα χρόνο μετά, έχω να πω πως γι αυτό παραμένω, για την επικοινωνία με τα όποια προβλήματά της, με τις όποιες δυσχέρειες… Ήταν στιγμές που ένιωσα πιο ζωντανή εδώ παρά στην πραγματική μου ζωή, ήταν στιγμές που μοιράστηκα συναισθήματα έντονα, που ένιωσα ότι αδειάζω, ήταν στιγμές που έκλαιγα με λυγμούς γράφοντας ή διαβάζοντας κάτι…
Ο χρόνος μου είναι λιγοστός και δεν μπορώ να είμαι εδώ όσο ίσως νομίζω ότι θα έπρεπε… Δε γράφω όσα σχόλια θα ήθελα, συχνά δεν απαντώ σε σχόλια που μου κάνουν, δεν είμαι τυπική, δεν γράφω συχνά… κι ούτε έχω πολλές προσδοκίες, κι αυτός ο χώρος έχει τους καλούς και τους κακούς του, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος μας, γιατί θα έπρεπε εδώ να είναι διαφορετικά; Κάνεις λοιπόν και εδώ τις επιλογές σου, που καμιά φορά μπορεί να αποδειχθούν και λανθασμένες, αλλά έτσι δεν είναι η ζωή;
Τώρα, ένα χρόνο μετά, έχω να πω πως μου αρέσει που έχω αυτό το blog.
Τα λέμε…

τι γίνεται;



Τελικά αναρωτιέμαι, τι γίνεται και πως έφτασα ως εδώ; Μόνη στον υπολογιστή, υπακούοντας σε ποιά ανάγκη; Μόνοι στον υπολογιστή, υπακούοντας σε ποιά ανάγκη;

Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

Για την Αμαλία

1 Ιουνίου 2007


«Ο ασθενής έχει το δικαίωμα του σεβασμού του προσώπου του και της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.»

(σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του Ν. 2071/ 1992)

«Να γίνουν εξαίρεση οι αλμπάνηδες ρε παιδιά, όχι ο κανόνας...»

(Αμαλία Καλυβίνου, 1977-2007)



Από την ηλικία των οκτώ ετών, η Αμαλία ξεκίνησε να πονάει. Παρά τις συνεχείς επισκέψεις της σε γιατρούς και νοσοκομεία, κανένας δεν κατάφερε να διαγνώσει εγκαίρως το καλόηθες νευρίνωμα στο πόδι της. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, η Αμαλία έμαθε ότι το νευρίνωμα είχε πια μεταλλαχθεί σε κακόηθες νεόπλασμα.



Για τα επόμενα πέντε χρόνια η Αμαλία είχε να παλέψει όχι μόνο με τον καρκίνο και τον ακρωτηριασμό, αλλά και με την παθογένεια ενός Εθνικού Συστήματος Υγείας που επιλέγει να κλείνει τα μάτια στα φακελάκια κι επιμένει να κωλυσιεργεί με παράλογες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Εκτός από τις ακτινοβολίες και τη χημειοθεραπεία, η Αμαλία είχε να αντιμετωπίσει την οικονομική εκμετάλλευση από γιατρούς που στάθηκαν απέναντί της και όχι δίπλα της. Πέρα από τον πόνο, είχε να υπομείνει την απληστία των ιδιωτικών κλινικών και την ταλαιπωρία στις ουρές των ασφαλιστικών ταμείων για μία σφραγίδα.



Η Αμαλία άφησε την τελευταία της πνοή την Παρασκευή 25 Μαΐου 2007. Ήταν μόλις 30 ετών.



Πριν φύγει, πρόλαβε να καταγράψει την εμπειρία της και να τη μοιραστεί μαζί μας μέσα από το διαδικτυακό της ημερολόγιο. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://fakellaki.blogspot.com, η νεαρή φιλόλογος κατήγγειλε επώνυμα τους γιατρούς που αναγκάστηκε να δωροδοκήσει, επαινώντας παράλληλα εκείνους που επέλεξαν να τιμήσουν τον Ορκο του Ιπποκράτη. Η μαρτυρία της συγκίνησε χιλιάδες ανθρώπους, που της στάθηκαν συμπαραστάτες στον άνισο αγώνα της μέχρι το τέλος.



«Ο στόχος της Αμαλίας ήταν να πει την ιστορία της, ώστε μέσα απ' αυτήν να αφυπνίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους και συνειδήσεις. Κυρίως ήθελε να δείξει ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στην αυθαιρεσία και την εξουσία των ασυνείδητων και ανάλγητων γιατρών, αλλά και των γραφειοκρατών υπαλλήλων του συστήματος υγείας.»


(Δικαία Τσαβαρή και Γεωργία Καλυβίνου - μητέρα και αδελφή της Αμαλίας)

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 77 του Ν. 2071/1992, θεωρείται πειθαρχικό παράπτωμα για τους γιατρούς του Ε.Σ.Υ:

«Η δωροληψία και ιδίως η λήψη αμοιβής και η αποδοχή οποιασδήποτε άλλης περιουσιακής παροχής, για την προσφορά οποιασδήποτε ιατρικής υπηρεσίας.»


Η Αμαλία Καλυβίνου αγωνίστηκε για πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος. Δυστυχώς δεν είναι και τόσο αυτονόητα στην Ελλάδα. Συνεχίζοντας την προσπάθεια που ξεκίνησε η Αμαλία, διαμαρτυρόμαστε δημόσια και απαιτούμε:

ΝΑ ΛΗΦΘΟΥΝ ΑΜΕΣΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΤΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ ΚΑΙ Η ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΠΟΥ ΕΠΙΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ
ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΠΙΟ ΕΥΕΛΙΚΤΟΣ Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗ ΘΡΗΝΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΧΡΟΝΟΒΟΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
ΝΑ ΕΠΙΒΛΗΘΕΙ ΑΥΣΤΗΡΟΤΕΡΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΤΗ ΔΙΑΠΛΟΚΗ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟΥ
ΝΑ ΑΞΙΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ ΚΑΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΙ ΑΡΤΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΟΣΗΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ Ε.Σ.Υ.
ΝΑ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΙ Η ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΟΥ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΩΣ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΕΠΙΣΠΕΥΔΕΤΑΙ Η ΣΩΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ
ΑΣ ΠΑΨΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΤΩΝ ΚΥΒΕΡΝΩΝΤΩΝ, ΠΟΥ ΠΡΟΤΙΜΟΥΝ ΝΑ ΛΑΔΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΠΑΡΑ ΝΑ ΑΜΕΙΒΟΝΤΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΩΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ.

ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΦΑΚΕΛΑΚΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ
ΟΧΙ ΑΛΛΟΣ ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ
ΔΙΚΑΙΟΥΜΑΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΚΑΙ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ. ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ.



Την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να δώσετε φακελάκι, μην το κάνετε. Προτιμήστε καλύτερα να κάνετε μια δωρεά. Η τελευταία επιθυμία της Αμαλίας ήταν η ενίσχυση της υπό ανέγερση Ογκολογικής Μονάδας Παίδων.


(Σύλλογος Ελπίδα, τηλ: 210-7757153, e-mail: infο@elpida.org, λογαριασμός Εθνικής Τράπεζας: 080/480898-36, λογαριασμός Alphabank: 152-002-002-000-515. Θυμηθείτε να αναφέρετε ότι η δωρεά σας είναι "για την Αμαλία").



ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΦΙΛΩΝ ΤΗΣ ΑΜΑΛΙΑΣ

Κυριακή, Μαΐου 27, 2007




Όταν την γνώρισα ήταν μόλις είχε χωρίσει. Ήταν μαζί του όλα τα φοιτητικά του χρόνια. Αυτός σπούδαζε ιατρική. Την άφησε, χωρίς δικαιολογίες, όταν τελείωσε τις σπουδές του και έπρεπε πια να σκεφτεί σοβαρά για το μέλλον του. Παντρεύτηκε αφού τελείωσε το στρατιωτικό του κι έκανε έναν γάμο πολύ καθώς πρέπει και με εγγυήσεις για ένα λαμπρό επαγγελματικό μέλλον. Χώρισε περίπου δέκα χρόνια αργότερα.

Αυτή δεν παντρεύτηκε, βασικά δεν έκανε καν άλλη σχέση πέρα από μια-δυό περιστασιακές χαζοκαταστάσεις...
Στη ζωή της πάντα υπήρχαν μόνο δύο χρώματα, ή άσπρο ή μαύρο, κι αφού δεν μπορούσε να είναι μαζί του έμεινε μόνη, έτσι χωρίς δικαιολογίες, εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια...

Όχι, δε συναντήθηκαν ποτέ ξανά.

Είναι η φίλη μου η Ελένη.

Τρίτη, Μαΐου 22, 2007




Αυτές τις μέρες βαριέμαι φρικτά...
Τίποτε δε μου κάνει κέφι, βασικά σέρνομαι για να κάνω ο,τιδήποτε...
Εν τω μεταξύ, κάθε χρόνο τέτοια εποχή το παθαίνω αυτό, και κάθε χρόνο τέτοια εποχή έχω πολλά αρχινισμένα πράγματα που πρέπει να τελειώσουν! Πίεση, φοβερή πίεση και το μόνο που θέλω είναι να ασχολούμαι με τα λουλούδια μου, να έχω γύρω μου τα βιβλία και τα περιοδικά μου, να μαγειρεύω ωραία φαγητά και γλυκά, να βγαίνω για ποτά, να κάνω βόλτες, να βρίσκω κόσμο για ωραίες συζητήσεις...
Κουράγιο, θα μου πω...

Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Γυμναστική (2)

Ξυπνάω το πρωί και έχω τις μαύρες μου. Βασικά δε θέλω να σηκωθώ καθόλου από το κρεββάτι. Θα μπορούσα να είμαι κουκουλωμένη εκεί με τις ώρες...

Σηκώνομαι, τουαλέτα, φοράω τις φόρμες μου, βρίζω, γιατί νά 'χω μάθει έτσι..., μονολογώ διάφορα, φοράω τα παπούτσια μου και φεύγω.

Αρχίζουμε στις 9 το πρωί. Φτάνω στάνταρ με 1-2 λεπτά καθυστέρηση, λες και τό 'χω ταγμένο. Αλλάζω παπούτσια, φοράω τα αθλητικά μου, μπαίνω μέσα και μπαίνω στο ρυθμό. Είναι τελείως μονότονος, αυτή η χαζή ρυθμική μουσική που δεν ξέρω πως τη λένε, ούτε σε ποιό είδος ανήκει, νταπ,νταπ,νταπ... και που το μόνο που μπορείς να κάνεις μ' αυτήν είναι να γυμνάζεσαι. Και μετά είναι η φωνή του Δημήτρη, του γυμναστή μας, ένα, δύο, τρία...είκοσι, ή ένα, δύο, τρία.... σαράντα, πενήντα, εξήντα, ανάλογα με το πόσο άχτι μας έχει την κάθε μέρα που τον αναγκάζουμε να μας γυμνάζει πρωί- πρωί! Και ανάποδα, εκατό, ενενηνταενιά, ενενήνταοκτώ, ενενήνταεπτά.... ένα, κανένα, ουφ!

Λοιπόν, όλη αυτήν την ώρα δε σκέφτομαι τίποτε, τα πάντα μένουν στο πίσω- πίσω μέρος του μυαλού μου και όσο το σώμα μου κουράζεται, το μυαλό και η ψυχή μου ξεκουράζονται... Δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω από το να υπακούω, να ακολουθώ τα παραγγέλματα και να υποτάσσομαι, και αυτό γι' αυτήν τη μία ώρα είναι λυτρωτικό. Τελικά σκέφτομαι έχει την ευκολία του το να υπακούς απλά, να γίνεσαι ένα εκτελεστικό όργανο, να μην έχεις καμμία ευθύνη κι αυτός ο συνδυασμός της ρυθμικής υποταγής είναι άκρως διαλογιστικός... Πολλές φορές μέσα από τη διαδικασία αυτή ξεκαθαρίζουν πράγματα μέσα μου, πράγματα που μπορεί να με απασχολούσαν μέρες...

Κι όταν φεύγω είμαι άλλος άνθρωπος, δεν έχω πια τις μαύρες μου, είμαι ανάλαφρη και γεμάτη ενέργεια και ο καφές που σε λίγο θα πιώ φαντάζει ως η μέγιστη πολυτέλεια...!

Είμαι τελείως ούφο;

Πέμπτη, Μαΐου 10, 2007

της στιγμής

μου τη δίνουν οι άνθρωποι που παίρνουν πολύ στα σοβαρά τον εαυτό τους, οι σοβαροφανείς, αυτοί που είναι σα να έχουν καταπιεί ένα καλάμι...
μου τη δίνει που πολλοί τέτοιοι άνθρωποι έχουν μαζευτεί γύγω τριγύρω...
μου τη δίνει που θέλουν να επιβάλουν το δικό τους τρόπο σκέψης και αισθητικής γενικότερα...
κι ακόμα περισσότερο μου τη δίνει που φαίνεται ότι τα καταφέρνουν....
αυτό όμως που πραγματικά με τρομάζει είναι ότι μπορεί παραγματικά να τα καταφέρουν...

Παρασκευή, Μαΐου 04, 2007

Διεθνής Αμνηστία

Φαντάσου ότι είσαι ένας νέος 25 χρονών που μένεις σε μια χώρα, η οποία συστηματικά καταπιέζει την ελευθερία της έκφρασης. Οι περισσότερες ιστοσελιδες με θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα “μπλοκάρονται” από ένα εθνικό φίλτρο και δεν εμφανίζονται ποτέ στην οθόνή σου. Θέλεις να επικοινωνείς με ανθρώπους από όλο τον κόσμο κι έτσι χρησιμοποιείς το PalTalk, ένα chat room που αν και η έδρα του είναι στην Νεά Υόρκη αλλά πολλοί χρήστες του μιλάνε τη γλώσσα σου. Στην ουσία είναι το παράθυρο του απομονωμένου κόσμου σου.Μια μέρα που έχετε μαζευτεί στο σπίτι σου με φίλους και μιλάτε με άλλους χρήστες στο chat room, εισβάλλουν ξαφνικά στις τρεις το πρωί 50 αστυνομικοί, σας χτυπάνε και σε φυλακίζουν σε πλήρη απομόνωση για 9 ολόκληρους μήνες χωρίς ποτέ να σου απαγγελθούν κατηγορίες.Περνάνε αυτοί οι μήνες και αφήνεσαι «ελεύθερος». Δε φοβάσαι να κατακρίνεις δημόσια την κυβέρνηση και υποστηρίζεις την αναγκαιότητα ειρηνικής αλλαγής της πολιτικής κατάστασης (στη χώρα σου είναι νόμιμο μόνο ένα πολιτικό κόμμα). Περίπου έξι βδομάδες μετά όμως, εκεί που κάθεσαι σε ίντερνετ-καφέ παρέα με τον αδερφό σου και διαβάζεις τα email σου και ειδησεογραφικά sites, σε πλησιάζουν άντρες της Ασφάλειας, σου φοράνε χειροπέδες και σε αναγκάζουν να τους οδηγήσεις σπίτι σου, όπου βρίσκουν και κατάσχουν, μία κάμερα, ένα κασετόφωνο, 2 CD και ένα βιβλίο που για κακή σου τύχη είναι απαγορευμένο επειδή υποστηρίζει την αναγκαιότητα δημοψηφίσματος για πολυκομματισμό στη χώρα.
Αν σε έλεγαν Truong Quoc Tuan και έμενες στο Βιετνάμ, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;
Θα ήσουν σε ένα κελί σε πλήρη απομόνωση χωρίς καμιά επαφή με δικηγόρους ή συγγενικά πρόσωπα. Θα σε κατηγορούσαν για προπαγάνδα εναντίον του κράτους και θα αναρωτιόσουν, στα αλήθεια για ποιο λόγο και για πόσα κλικ του ποντικιού σου αντιμετωπίζεις 20 χρόνια κάθειρξη…
Ή φαντάσου να δουλεύεις ως δημοσιογράφος σε κινέζικη εφημερίδα.Τις παραμονές της 15ης επετείου από τη σφαγή στην πλατεία Τιενανμέν, σε συνάντηση του προσωπικού της εφημερίδας, σάς δείχνουν ένα μέμο από το Κεντρικό Τμήμα Προπαγάνδας για το πώς θα πρέπει να καλύψετε τις επετειακές εκδηλώσεις. Σε αυτό δίνονται οδηγίες στους εργαζόμενους στα ΜΜΕ να «κατευθύνουν σωστά την κοινή γνώμη», να «μην δημοσιεύουν ποτέ απόψεις που δεν είναι σύμφωνες με την επίσημη πολιτική» και να καταδίδουν στις αρχές τυχόν υποψίες που έχουν για συναδέλφους τους που επικοινωνούν με δημοκρατικά στοιχεία στο εξωτερικό.Εσύ κρατάς σημειώσεις από αυτό το μέμο και το στέλνεις με email από τον προσωπικό σου yahoo! λογαριασμό σε κάποιον γνωστό σου στην Αμερική που διαχειρίζεται ένα πολύ γνωστό κινέζικο website, το Δημοκρατικό Φόρουμ. Το email δημοσιεύεται την ίδια μέρα με το ψευδώνυμο “198964” στα ανεξάρτητα κινεζόφωνα websites του εξωτερικού που έτσι κι αλλιώς είναι απαγορευμένα στη χώρα.Σε συλλαμβάνουν μερικούς μήνες αργότερα. Η εταιρία Yahoo! θα έχει πολύ απλά δώσει τα στοιχεία του λογαριασμού της ηλεκτρονικής σου διεύθυνσης και την ακριβή τοποθεσία από την οποία στάλθηκε το επίμαχο email.
Αν το όνομά σου ήταν Shi Tao και έμενες στην Κίνα, τι νομίζεις ότι θα συνέβαινε μετά;
Θα καταδικαζόσουν με την κατηγορία της προδοσίας κρατικών μυστικών σε 10ετή κάθειρξη. Η γυναίκα σου θα ανακρινόταν καθημερινά από τις αρχές και η δουλειά θα της πίεζε να σε χωρίσει, πράγμα που τελικά θα έκανε. Θα είχες ελάχιστη επαφή με την οικογένειά σου. Θα μεταφερόσουν σε φυλακές υψίστης ασφάλειας και θα σου απαγόρευαν γράφεις ή να διαβάζεις. Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων θα σου απένειμε το Διεθνές Βραβείο Τύπου για την Ελευθερία, το οποίο φυσικά δε θα μπορούσες να παραλάβεις.
Φαντάσου να μπορούσες να απελευθερώσεις τον Truong Quoc Tuan και τον Shi Tao. Μπορείς!Μπες στο www.amnesty.org.gr και πάρε μέρος στην εκστρατεία της Διεθνούς Αμνηστίας για την ελευθερία της έκφρασης στο ίντερνετ!

Δευτέρα, Απριλίου 30, 2007

Γυμναστική (1)

Μου αρέσει η γυμναστική. Δηλαδή δε μου αρέσει ακριβώς, είμαι εθισμένη σ’ αυτήν. Γυμνάζομαι εδώ και δώδεκα χρόνια συνεχώς, χωρίς διαλείμματα, οπωσδήποτε τρεις φορές την εβδομάδα. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια εργάζομαι το απόγευμα κι έτσι κάνω πρωινή γυμναστική, Δευτέρα – Τετάρτη - Παρασκευή, 9 με 10.
Είμαστε ένα τμήμα ενός γυμναστηρίου που αποτελείται από 4-5 σταθερά μέλη, και άλλα 4-5 που πάνε κι έρχονται… Το τμήμα γεμίζει συνήθως κατά τα τέλη Μάη, αρχές Ιούνη, για ευνόητους λόγους, από γυναίκες που αγκομαχούν απελπισμένες που προσδοκούν αποτελέσματα που ποτέ βέβαια δεν έρχονται μ’ έναν και δύο μήνες γυμναστικής…
Τώρα γιατί γυμνάζομαι εγώ; Πρέπει να πω ότι το ερώτημα αυτό μ’ έχει απασχολήσει πολλές φορές. Στο παρελθόν θεωρούσα πως δεν είμαι καθόλου ο τύπος της γυμναστικής, ιδέα που μου είχε κολλήσει από την πρώτη Γυμνασίου χάρη σε μία γυμνάστρια που είχαμε και που ήταν ικανή να οδηγήσει την αυτοεκτίμηση της κάθε έφηβης που έπεφτε στα χέρια της πιο κάτω κι από τον πάτο της πιο μακρινής θάλασσας. Δεν θα την ξεχάσω ποτέ μου. Νομίζω ότι μου έκανε πολύ κακό με την ειρωνεία και το σαρκαστικό της ύφος… Όπως δε θα ξεχάσω τις απαράδεκτα δύσκολες ασκήσεις που μας έβαζε να κάνουμε μία φορά το τρίμηνο για να μας βαθμολογήσει, κυβίστηση, κανονική και ανάποδη, κατακόρυφο, γέφυρα και, το χειρότερο, να πηδάμε ένα τεράστιο σαμάρι, απορώ πως δεν πάθαμε καμιά χοντρή ζημιά μ’ αυτό, να σπάσουμε καμιά μέση… Μη φαντάζεστε πως όλα αυτά μας τα δίδασκε, κάθε άλλο, όλες τις ώρες του μαθήματος της γυμναστικής μας έβαζε να τρέχουμε γύρω από το σχολείο, όλο το τετράγωνο, ενώ αυτή χαριεντιζόταν με τους φαντάρους από το στρατόπεδο που ήταν απέναντι από το σχολείο μας…
Ο βαθμός μου στη γυμναστική ήταν 10 στο πρώτο δίμηνο, 10 στο δεύτερο, 10 στο τρίτο, ενώ 20 στο τέλος όταν αντιλήφθηκε ότι ήμουν πολύ καλή στα άλλα μαθήματα… Τι να πω, επαγγελματική συνέπεια και υπευθυνότητα…
Ρε, λες να γυμνάζομαι για να αποδείξω στην κ. Χ. ότι τελικά δεν ήμουν ανεπίδεκτη μαθήσεως;

Κυριακή, Απριλίου 22, 2007

Ζήλεια

Όταν νιώθω ζήλεια σιχαίνομαι τον εαυτό μου. Είναι ένα συναίσθημα που με κάνει να νιώθω ποταπή, ένα τίποτα, ένα με το χώμα…
Γιατί νιώθω αυτό το τσιμπηματάκι όταν μου λένε πως κάποιος έκανε πολλά λεφτά ή πολλά παιδιά ή πολύ ωραίο σπίτι ή έγραψε βιβλίο ή πήρε προαγωγή ή γενικά έκανε κάτι πολύ καλό;
Εννοείται πως νιώθω αυτού του είδους την ζήλεια όταν πρόκειται για άτομα που γνωρίζω από κοντά, γιατί διαφορετικά ζηλεύω για παράδειγμα τη Μάγια Τσόκλη για τα ταξίδια που κάνει, και διαφορετικά τη Μαρία που είναι έγκυος στο τέταρτο παιδί της ή τον Τάσο που ξεκίνησε μια καινούρια δουλειά που πάει πολύ καλά…
Αυτή λοιπόν είναι μια πλευρά του εαυτού μου που δε μου αρέσει καθόλου…