Ο δικαστής ερωτά τον παθόντα:
- Αναγνωρίζετε εις το πρόσωπον του κατηγορουμένου τον άνθρωπον που σας έκλεψε το αυτοκίνητον σας;
-Μάλιστα, τον αναγνωρίζω, κύριε δικαστά. Αλλά μετά την αγόρευση του δικηγόρου του δεν είμαι πλέον βέβαιος αν είχα ποτέ αυτοκίνητο.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006
Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006
Τετάρτη, Νοεμβρίου 22, 2006
ΛΗΣΜΟΝΙΕΣ
(ποίημα της Μιμόζα Αχμέτι)
Πόσο φρέσκια, πλυμένη και ελαφριά
είναι η ύπαρξη μετά τη λησμονιά,νιώθω το μαλλί μου
σε σχέση με τον αέρα
και τα μάτια σε σχέση με το φως
πέρα από όπου
τρέχει το βλέμμα,
πέρα από τη σχέση, πέρα από τον ορισμό
υπαρχει κάτι άλλο
που εμείς τυχαίως το λέμε Θεό,
κάτι το άπιαστο, το φευγαλέο
το μετακινούμενο, δίνει ειδικές ευκαιρίες στην ύπαρξη,
που πάει να πει: κάθε ξύλο ή πέτρα
μπορεί να ζωντανέψει
να ενσαρκωθεί
να γίνει άστρο
κι αυτός είναι ο λόγος όλων των υπάρξεων
των πραγμάτων, των τόσων πολλών πραγμάτων
στις υπάρξεις
και φαίνεται εδώ κάποια ροπή
παρόμοια του σκοπού
κι ένας ελαφρός μαγνητισμός κάνει τις επιθυμίες μου
να ηδονίζονται
για έναν άντρα
αν και "ποτέ δεν το είχα πρόβλημα".
Πόσο φρέσκια, πλυμένη και ελαφριά
είναι η ύπαρξη μετά τη λησμονιά,νιώθω το μαλλί μου
σε σχέση με τον αέρα
και τα μάτια σε σχέση με το φως
πέρα από όπου
τρέχει το βλέμμα,
πέρα από τη σχέση, πέρα από τον ορισμό
υπαρχει κάτι άλλο
που εμείς τυχαίως το λέμε Θεό,
κάτι το άπιαστο, το φευγαλέο
το μετακινούμενο, δίνει ειδικές ευκαιρίες στην ύπαρξη,
που πάει να πει: κάθε ξύλο ή πέτρα
μπορεί να ζωντανέψει
να ενσαρκωθεί
να γίνει άστρο
κι αυτός είναι ο λόγος όλων των υπάρξεων
των πραγμάτων, των τόσων πολλών πραγμάτων
στις υπάρξεις
και φαίνεται εδώ κάποια ροπή
παρόμοια του σκοπού
κι ένας ελαφρός μαγνητισμός κάνει τις επιθυμίες μου
να ηδονίζονται
για έναν άντρα
αν και "ποτέ δεν το είχα πρόβλημα".
Τρίτη, Νοεμβρίου 21, 2006
Λοιπόν μαμά,
γερνάω βέβαια, αλλά τις περισσότερες φορές το διασκεδάζω...και επίσης έχω μια υπέροχη κόρη! Ο μεγαλύτερος καημός μου που έφυγες νωρίς είναι το ότι δεν πρόλαβες να τη δεις, να τη δεις να γεννιέται, να κλαιει , να μπουσουλάει, να γελάει , να ψελίζει, να λέει την πρώτη της λέξη, να κάνει το πρώτο της βήμα και νάναι τόσο χαρόυμενη γι'αυτό, σα ν'ανακάλυψε την Αμερική...να περνούν τα χρόνια,να μην είσαι εδώ την πρώτη μέρα στο σχολείο, στο πρώτο ποίημα, στην πρώτη Παναγίτσα στην κιτς σχολική φάτνη των Χριστουγέννων, στα πρώτα ορνιθοσκαλίσματα...στο πρώτο φιλί-με μαγεία ή χωρίς, δεν ξέρω-, στον πρώτο τοίχο, που ορθώθηκε ξαφνικά ανάμεσά μας, στις πρώτες μεγάλες συγκρούσεις, τη φορά που τα διέλυσε όλα στο δωμάτιό της, τις φορές που κλαίει μόνη, γιατί δεν έχει τις απαντήσεις, αλλά δεν τις έχω ούτε και γω...τις φορές που συζητάει με τον πατέρα της, ψάχνοντας το νόημα αυτού του κόσμου, τις φορές που νευριάζει με το δικό μου μπαμπά, ναι, με τον μπαμπά, που ποτέ δεν ήξερε να δείξει την αγάπη του, τη δείχνει πάντα, ακόμη και τώρα με λάθος τρόπο, αλλά αυτή καταλαβαίνει "δεν πειράζει μαμά, το ξέρω πως ο παπούς μ' αγαπάει, το βλέπω στα μάτια του, αυτός όμως είναι ο τρόπος του να επικοινωνεί...", και δεν είσαι εδώ ούτε τώρα, στην πρώτη της σχέση, στα πρώτα μεγάλα ανοίγματα, το παιδί μου, το παιδί μας...
Το άλλο που έχω να σου πω είναι πως πήγαμε ένα ταξίδι με τον μπαμπά, εγώ και αυτός, "πάνω" που λέγατε απ' όταν ήμουν μικρή, έτσι το θυμάμαι...Του το είχα ταγμένο από όταν έπαθε το εγκεφαλικό και μετά, τώρα όμως καταλαβαίνω πως μάλλον το είχα ταγμένο στον εαυτό μου...Ήταν ένα ταξίδι, μ'όλα τα γράμματα κεφαλαία,ταξίδι μέσα κι έξω, κατάδυση κι ανάδυση μαζί και πολλά άλλα που κάποια στιγμή μπορεί να μπορέσω να τα πω και με λόγια.
Τα άλλα δύο μέλη της οικογένειάς μου, άντρας και κόρη, καθότι της κουλτούρας και του πολιτισμού γενικότερα...και όχι τόσο του λαϊκού πολιτισμού σαν εμένα, προτίμησαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης! Και το τελευταίο που θέλω να σου πω, για να μπείς έτσι καλύτερα στο κλίμα της οικογένειας, είναι η συζήτηση που είχαμε το πρωί με την εγγονή σου, στο αυτοκίνητο, την ώρα που την πήγαινα σχολείο: μαμά, χθες το "χνούδι" έγραψε ένα υπέροχο κείμενο, καλά , λέω, τώρα που θα γυρίσω σπίτι, θα το διαβάσω πίνοντας τον καφέ μου. Κοίτα, μου λέει, μην αποχαυνωθείς...!Μπα, απαντώ, μη φοβάσαι, έτσι κι αλλιώς έχω καμμιά βδομάδα να μπω...Ξέρεις,συνεχίζω, τις τελευταίες μέρες έχω τόσα πολλά να πω, αλλά δεν ξέρω πως...Εγώ, κουνάει το κεφάλι της, δεν έχω τίποτε να πω και δεν ξέρω πως να το πω...
Και, ναι μαμά, μλογκάρουμε και οι δύο, και πότε-πότε μπερδευόμαστε...Φιλιά.
Το άλλο που έχω να σου πω είναι πως πήγαμε ένα ταξίδι με τον μπαμπά, εγώ και αυτός, "πάνω" που λέγατε απ' όταν ήμουν μικρή, έτσι το θυμάμαι...Του το είχα ταγμένο από όταν έπαθε το εγκεφαλικό και μετά, τώρα όμως καταλαβαίνω πως μάλλον το είχα ταγμένο στον εαυτό μου...Ήταν ένα ταξίδι, μ'όλα τα γράμματα κεφαλαία,ταξίδι μέσα κι έξω, κατάδυση κι ανάδυση μαζί και πολλά άλλα που κάποια στιγμή μπορεί να μπορέσω να τα πω και με λόγια.
Τα άλλα δύο μέλη της οικογένειάς μου, άντρας και κόρη, καθότι της κουλτούρας και του πολιτισμού γενικότερα...και όχι τόσο του λαϊκού πολιτισμού σαν εμένα, προτίμησαν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης! Και το τελευταίο που θέλω να σου πω, για να μπείς έτσι καλύτερα στο κλίμα της οικογένειας, είναι η συζήτηση που είχαμε το πρωί με την εγγονή σου, στο αυτοκίνητο, την ώρα που την πήγαινα σχολείο: μαμά, χθες το "χνούδι" έγραψε ένα υπέροχο κείμενο, καλά , λέω, τώρα που θα γυρίσω σπίτι, θα το διαβάσω πίνοντας τον καφέ μου. Κοίτα, μου λέει, μην αποχαυνωθείς...!Μπα, απαντώ, μη φοβάσαι, έτσι κι αλλιώς έχω καμμιά βδομάδα να μπω...Ξέρεις,συνεχίζω, τις τελευταίες μέρες έχω τόσα πολλά να πω, αλλά δεν ξέρω πως...Εγώ, κουνάει το κεφάλι της, δεν έχω τίποτε να πω και δεν ξέρω πως να το πω...
Και, ναι μαμά, μλογκάρουμε και οι δύο, και πότε-πότε μπερδευόμαστε...Φιλιά.
Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006
Συνέχεια
"...Τότε οι μοίρες είπανε, τελευταία περίπτωση, αν δώσει η νύφη, που ήταν από την άλλη πλευρά του ποταμού, από τα δικά της χρόνια το παλικάρι θα ξαναζήσει. Τρέξανε οι αγγελιοφόροι και σε λίγο γύρισαν πίσω χαρούμενοι να ειδοποιήσουν τις μοίρες. Η νύφη, η κοπελιά, ζήτησε να δώσει στον δικό της όχι λίγα χρόνια αλλά τα μισά, συν ένα, είπε, για να με συνοδεύσει αυτός στην άλλη ζωή. Τότε οι μοίρες εξαφανίστηκαν και το παλικάρι σηκώθηκε όρθιο, σαν να είχε ξυπνήσει από βαρύ ύπνο. Κι έγινε ο γάμος, και το γλέντι συνεχίστηκε μέχρι το πρωί και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα."
Δευτέρα, Νοεμβρίου 13, 2006
Η συνέχεια του παραμυθιού
Λέω να το συνεχίσω το παραμύθι σήμερα:
« Πράγματι το παιδί μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε, κι ήταν πάντα ο καλύτερος. Εκεί στην πόλη όπου σπούδαζε, γνωρίστηκε με μια κοπέλα της δικής του σειράς, κοντοχωριανή που σπούδαζε στο ίδιο σχολείο, έξυπνη κι όμορφη σαν κι αυτόν. Τα δυο παιδιά αγαπήθηκαν και σαν τελείωσαν τις σπουδές τους αποφάσισαν να παντρευτούν, για να συνεχίσουν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί, και πράγματι όρισαν την ημερομηνία της τελετής. Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, γλεντούσαν και χορεύανε, κι ήμουν κι εγώ εκεί. Όμως, όταν πήρανε την νύφη και πηγαίνανε προς το χωριό του, κι ενώ ο γαμπρός είχε περάσει το ποτάμι που υπήρχε ανάμεσα και η νύφη ήταν στην άλλη πλευρά, το παλικάρι ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρό. Μαζεύτηκε ο κόσμος και παραπονεμένοι ζητήσανε τις μοίρες. Θαύμα λοιπόν εμφανίστηκαν αυτές, και έδωσαν οδηγίες να πάνε στην μάνα του παιδιού, και όσα χρόνια δώσει αυτή, το παιδί να τα ξαναζήσει. Δυστυχώς όμως οι αγγελιοφόροι γύρισαν στενοχωρημένοι διότι η μάνα τους είπε πως είναι γριά και της έχουν μείνει λίγα χρόνια και δεν μπορεί να δώσει.»
Η συνέχεια αύριο, σήμερα έχω πολλή –πολλή δουλειά…
« Πράγματι το παιδί μεγάλωσε, πήγε σχολείο, σπούδασε, κι ήταν πάντα ο καλύτερος. Εκεί στην πόλη όπου σπούδαζε, γνωρίστηκε με μια κοπέλα της δικής του σειράς, κοντοχωριανή που σπούδαζε στο ίδιο σχολείο, έξυπνη κι όμορφη σαν κι αυτόν. Τα δυο παιδιά αγαπήθηκαν και σαν τελείωσαν τις σπουδές τους αποφάσισαν να παντρευτούν, για να συνεχίσουν την υπόλοιπη ζωή τους μαζί, και πράγματι όρισαν την ημερομηνία της τελετής. Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο, γλεντούσαν και χορεύανε, κι ήμουν κι εγώ εκεί. Όμως, όταν πήρανε την νύφη και πηγαίνανε προς το χωριό του, κι ενώ ο γαμπρός είχε περάσει το ποτάμι που υπήρχε ανάμεσα και η νύφη ήταν στην άλλη πλευρά, το παλικάρι ξαφνικά έπεσε κάτω νεκρό. Μαζεύτηκε ο κόσμος και παραπονεμένοι ζητήσανε τις μοίρες. Θαύμα λοιπόν εμφανίστηκαν αυτές, και έδωσαν οδηγίες να πάνε στην μάνα του παιδιού, και όσα χρόνια δώσει αυτή, το παιδί να τα ξαναζήσει. Δυστυχώς όμως οι αγγελιοφόροι γύρισαν στενοχωρημένοι διότι η μάνα τους είπε πως είναι γριά και της έχουν μείνει λίγα χρόνια και δεν μπορεί να δώσει.»
Η συνέχεια αύριο, σήμερα έχω πολλή –πολλή δουλειά…
Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2006
Παραμύθι
Χρειάστηκε σήμερα να πω ένα παραμύθι, κι ήταν πολύ δύσκολα, ξέμαθα ή μάλλον δεν είχα μάθει ποτέ...Λέω να κάνω μια προσπάθεια, απ'αυτά που θυμάμαι, απ'αυτά που μου έλεγες εσύ...κάπως έτσι:
Ήταν, λέει, μια φορά κι έναν καιρό ένα ανδρόγυνο που δεν είχε παιδιά και για αυτό ήταν πολύ στενοχωρημένο. Τα χρόνια περνούσαν και αυτοί παρακαλούσαν το θεό να τους αξιώσει να αποκτήσουν ένα παιδάκι. Πράγματι μετά από πολλά χρόνια, η γυναίκα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Το πρώτο βράδυ της ζωής του, ήρθαν οι μοίρες για να αποφασίσουν για τη ζωή του νεογέννητου. Η πρώτη μοίρα ζήτησε το παιδί αυτό να γίνει όμορφο, έξυπνο, αλλά να πεθάνει στα πέντε του χρόνια. Μετά από λίγο ήρθε η δεύτερη μοίρα που συμφώνησε με την πρώτη για την ομορφιά και την εξυπνάδα, αλλά, λίγο πιο γενναιόδωρη, έδωσε στο παιδί άλλα δέκα χρόνια ζωής. Τότε έφτασε και η τρίτη μοίρα που και αυτή δεν είχε αντίρρρηση για την εξυπνάδα και την ομορφιά, ήθελε όμως ν’αφήσουν το παιδί να ζήσει περισσότερα χρόνια. Η απόφαση πάρθηκε τις πρωινές ώρες, πριν ξημερώσει και λήξει η συνεδρίαση. Το παιδάκι αυτό θα ζήσει ως τη μέρα του γάμου του. Τότε το ξανασυζητάμε, είπαν οι μοίρες.
Αυτά για την ώρα, τα ξαναλέμε αύριο πάλι...
Ήταν, λέει, μια φορά κι έναν καιρό ένα ανδρόγυνο που δεν είχε παιδιά και για αυτό ήταν πολύ στενοχωρημένο. Τα χρόνια περνούσαν και αυτοί παρακαλούσαν το θεό να τους αξιώσει να αποκτήσουν ένα παιδάκι. Πράγματι μετά από πολλά χρόνια, η γυναίκα έμεινε έγκυος και έφερε στον κόσμο ένα χαριτωμένο αγοράκι. Το πρώτο βράδυ της ζωής του, ήρθαν οι μοίρες για να αποφασίσουν για τη ζωή του νεογέννητου. Η πρώτη μοίρα ζήτησε το παιδί αυτό να γίνει όμορφο, έξυπνο, αλλά να πεθάνει στα πέντε του χρόνια. Μετά από λίγο ήρθε η δεύτερη μοίρα που συμφώνησε με την πρώτη για την ομορφιά και την εξυπνάδα, αλλά, λίγο πιο γενναιόδωρη, έδωσε στο παιδί άλλα δέκα χρόνια ζωής. Τότε έφτασε και η τρίτη μοίρα που και αυτή δεν είχε αντίρρρηση για την εξυπνάδα και την ομορφιά, ήθελε όμως ν’αφήσουν το παιδί να ζήσει περισσότερα χρόνια. Η απόφαση πάρθηκε τις πρωινές ώρες, πριν ξημερώσει και λήξει η συνεδρίαση. Το παιδάκι αυτό θα ζήσει ως τη μέρα του γάμου του. Τότε το ξανασυζητάμε, είπαν οι μοίρες.
Αυτά για την ώρα, τα ξαναλέμε αύριο πάλι...
ΠΟΙΗΣΗ
Χθες ήταν μια ωραία βραδιά στο Κανναβουργείο της Έδεσσας. Σ' αυτόν τον χώρο, που από μόνος του λειτουργεί ποιητικά, διαβάστηκε ποίηση. Η πιο δυνατή στιγμή για μένα: όταν σ' αυτό το υποβλητικό περιβάλλον και στο ζεστό μισοσκόταδο η Μιμόζα Αχμέτι, ποιήτρια από την Αλβανία, τραγούδησε...και έδωσε με τη φωνή της το στίγμα της ποίησής της, το στίγμα της ποίησης. Στιγμές που σταμάτησε ο χρόνος, στιγμές που σε κάνουν να μη μετανιώνεις αν, κατά τα άλλα, αναγκάζεσαι να συμφύρεσαι και να αναλώνεσαι "μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες".
Σάββατο, Νοεμβρίου 11, 2006
Τρίτη, Νοεμβρίου 07, 2006
Το κουμπί
Πριν λίγο έπεσε στα χέρια μου ένα πολύ παλιό περιοδικό, (λατρεύω τα περιοδικά, παλιά και καινούρια, αλλά θα μιλήσω γι'αυτό άλλη φορά). Λέγεται "εκλογή", ΜΗΝΙΑΙΟ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, και είναι το τεύχος 63, τόμος Ζ, ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1951. Εκεί λοιπόν, και στη σελίδα " Η εύθυμη πλευρά" διαβάζω το εξής:
"Ο μεγαλύτερος θρίαμβος του ανθρώπου μετά την ανακάλυψη του ραδιοφώνου, είναι ασφαλώς το κουμπί που κλείνει το ραδιόφωνο."Το είπε κάποιος Τζων Μπούκαν, δεν ξέρω τίποτε γι'αυτόν,βρίσκω όμως ότι το ρηθέν του "τα σπάει", που λέει και η κόρη μου, και το αφιερώνω ατον φίλο "aeipote", γιατί το μυαλό μου, συνειρμικά, πήγε αμέσως στο τόσο εύστοχο post του της 6ης Νοεμβρίου.
Είναι σαφές το ότι δεν ξέρω να κάνω link...
"Ο μεγαλύτερος θρίαμβος του ανθρώπου μετά την ανακάλυψη του ραδιοφώνου, είναι ασφαλώς το κουμπί που κλείνει το ραδιόφωνο."Το είπε κάποιος Τζων Μπούκαν, δεν ξέρω τίποτε γι'αυτόν,βρίσκω όμως ότι το ρηθέν του "τα σπάει", που λέει και η κόρη μου, και το αφιερώνω ατον φίλο "aeipote", γιατί το μυαλό μου, συνειρμικά, πήγε αμέσως στο τόσο εύστοχο post του της 6ης Νοεμβρίου.
Είναι σαφές το ότι δεν ξέρω να κάνω link...
Τα φωτισμένα παράθυρα
Λατρεύω να βλέπω τα φωτισμένα παράθυρα των σπιτιών. Με γοητεύει να φαντάζομαι τη ζωή που κυκλοφορεί μέσα, ας είναι απλά, καθημερινά πράγματα. Τώρα ξύπνησαν, παίρνουν πρωινό, βιάζονται, τρέχουν, φωνάζουν ή κάποιος μόνος του, αργά-αργά ετοιμάζεται, ή ξαπλώνει μπρος στην τηλεόραση ή διαβάζει, γράφει στο γραφείο του, γι'αυτό έχει εκεί αναμμένο το φωτιστικό.
Μ'αρέσει έτσι κι ένα σπίτι εδώ που μένω. Είναι στον περιφερειακό δρόμο της μικρής μας πόλης, διαμέρισμα και βλέπεις από την μπαλκονόπορτα. Έχει πολύ ζεστά χρώματα μέσα και χαμηλό πάντα φωτισμό από ένα φωτιστικό υδρόγειο σφαίρα. Δεν ξέρω ποιοί μένουν εκεί κι ούτε θέλω να μάθω. Τους νιώθω όμως κοντά μου και θέλω να είναι πάντα καλά με την υδρόγειο σφαίρα αναμμένη, να μου δίνει το έναυσμα για κάθε ταξίδι όταν το βράδυ περνάω από κει επιστρέφοντας σπίτι.
Μ'αρέσει έτσι κι ένα σπίτι εδώ που μένω. Είναι στον περιφερειακό δρόμο της μικρής μας πόλης, διαμέρισμα και βλέπεις από την μπαλκονόπορτα. Έχει πολύ ζεστά χρώματα μέσα και χαμηλό πάντα φωτισμό από ένα φωτιστικό υδρόγειο σφαίρα. Δεν ξέρω ποιοί μένουν εκεί κι ούτε θέλω να μάθω. Τους νιώθω όμως κοντά μου και θέλω να είναι πάντα καλά με την υδρόγειο σφαίρα αναμμένη, να μου δίνει το έναυσμα για κάθε ταξίδι όταν το βράδυ περνάω από κει επιστρέφοντας σπίτι.
Κυριακή, Νοεμβρίου 05, 2006
Δεν αντέχω άλλο...
κοντεύουν δέκα μέρες που είμαι χάλια. Κρυολόγησα και βήψω τρομερά πολύ, ο λαιμός μου είναι σα γδαρμένος, δεν μπορώ να ησυχάσω ούτε στιγμή. Είναι φρικτό!
Τρίτη, Οκτωβρίου 24, 2006
Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006
Είμαι χαρούμενη γιατί:
- ήταν μια υπέροχη μέρα η σημερινή, ζεστή, φθινοπωρινή...
- έκανα μπάνιο κάτω από τα καταρρακτάκια στα λουτρά του Πόζαρ...
- η φίλη μου αρχίζει να συνέρχεται από την χημιοθεραπεία...
- είμαι σίγουρη οτι θα βγει δυνατή απ' αυτήν την περιπέτεια...
- πήρα μέρος χθες σ'ένα πολύ ενδιαφέρον σεμινάριο...
- μπήκα πιο βαθιά στον κόσμο του παραμυθιού...
- έχω κάτι να περιμένω για την κάθε μέρα...
- ένα ον που νιάζομαι γι'αυτό χαμογέλασε πάλι...
- έχω το παιδί που θα ήθελα να έχω...
- είμαστε όλοι καλά..
η ψυχή μου είναι ανάλαφρη.
Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006
Συν-αίσθημα
Ό,τι ακολουθεί είναι από την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι" του Μίλαν Κούντερα.
" Όλες οι λατινογενείς γλώσσες σχηματίζουν τη λέξη συμπόνια (compassio) με τηνπρόθεση "συν" (com-) και τη ρίζα "πόνος" (passio). Σε άλλες γλώσσες, παραδείγματος χάριν στα τσέχικα, στα πολωνικά, στα γερμανικά, στα σουηδικά, η λέξη αυτή αποδίδεται με ένα ουσιαστικό που σχηματίζεται απ' το αντίστοιχο πρώτο συνθετικό, ακολουθούμενο από τη λέξη "αίσθημα" (στα τσέχικα: sou-cit, στα πολωνικά: wspol-czucie, στα γερμανικά: Mit-gefuhl, στα σουηδικά: med-kansia).
Στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη συμπόνια σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς ν' αντιμετωπίζει με κρύα καρδιά τον πόνο του πλησίον, μ' άλλα λόγια: τρέφει κανείς συμπόνια για κάποιον που πάσχει. Μία άλλη λέξη, που έχει περίπου το ίδιο νόημα, ο οίκτος (αγγλικά pity, ιταλικά pieta κ.λπ.), υπονοεί κιόλας ένα είδος επιείκειας προς το άτομο που υποφέρει. Το να έχει κανείς οίκτο για μια γυναίκα, σημαίνει να είναι πιο σωστά τοποθετημένος απ' αυτήν, να σκύβει, να χαμηλώνει ως αυτήν.
Αυτός είναι ο λόγος που η λέξη συμπόνια εμπνέει γενικά τη δυσπιστία, υποδηλώνει ένα αίσθημα που θεωρείται παρακατιανό, που δεν έχει και πολλή σχέση με τον έρωτα. Το ν'αγαπάς κάποιον από συμπόνια, δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς πραγματικά.
Στις γλώσσες που σχηματίζουν τη λέξη συμπόνια όχι με τη ρίζα "πόνος" αλλά με το ουσιαστικό "αίσθημα", η λέξη χρησιμοποιείται λίγο πολύ με την ίδια έννοια, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να πει ότι υποδηλώνει ένα συναίσθημα κακό ή μέτριο. Η μυστική δύναμη της ετυμολογίας της λούζει τη λέξη μ'ένα άλλο φως και της δίνει μια έννοια πιο πλατιά: το να έχεις συμπόνια (συν-αίσθημα), σημαίνει να μπορείς να ζεις μαζί με τον άλλο τη δυστυχία του, αλλά επίσης να νιώθεις μαζί του οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα: τη χαρά, την αγωνία, την ευτυχία, τον πόνο. Αυτή εδώ η συμπόνια (με την έννοια της φροντίδας, wspolczucie, Mitgefuhl) σκιαγραφεί λοιπόν την υψηλότερη δυνατότητα της συναισθηματικής φαντασίας, την τέχνη της τηλεπάθειας των συγκινήσεων. Στην ιεραρχία των συναισθημάτων, είναι το ύψιστο συναίσθημα.
Όταν η Τερέζα ονειρευόταν ότι βύθιζε βελόνες κάτω από τα νύχια της, προδινόταν, αποκαλύπτοντας έτσι στον Τόμας ότι έψαχνε κρυφά στα συρτάρια του. Αν μια άλλη γυναίκα του έκανε κάτι τέτοιο, ποτέ πια δεν θα της απηύθυνε το λόγο. Επειδή η Τερέζα το ήξερε, του είπε: "Πέταξέ με έξω απ' την πόρτα!". Λοιπόν, όχι μόνο δεν την πέταξε έξω απ' την πόρτα, αλλά της πήρε το χέρι και της φίλησε τις άκρες των δαχτύλων γιατί, εκείνη την ίδια στιγμή, αισθανόταν κι αυτός ο ίδιος τον πόνο που ένιωθε εκείνη κάτω από τα νύχια, λες και τα νεύρα των δαχτύλων της Τερέζας συνδέονταν απευθείας με τον εγκέφαλό του.
Όποιος δεν έχει το διαβολικό χάρισμα της συμπόνιας (συν-αισθήματος) δεν μπορεί παρά να καταδικάσει εν ψυχρώ τη συμπεριφορά της Τερέζας, γιατί η ιδιωτική ζωή του άλλου είναι ιερή και δεν του ανοίγει κανείς τα συρτάρια όπου τακτοποιεί την προσωπική του αλληλογραφία. Καθώς όμως η συμπόνια είχε γίνει το πεπρωμένο (ή η κατάρα) του Τόμας, του φαινόταν ότι ήταν εκείνος που βρισκόταν γονατισμένος μπροστά στο συρτάρι του γραφείου του και δεν κατάφερνε να ξεκολλήσει τα μάτια από τις φράσεις που είχε χαράξει το χέρι της Σαμπίνας. Την καταλάβαινε την Τερέζα και όχι μόνον ήταν ανίκανος να της θυμώσει, αλλά την αγαπούσε ακόμα περισσότερο."
" Όλες οι λατινογενείς γλώσσες σχηματίζουν τη λέξη συμπόνια (compassio) με τηνπρόθεση "συν" (com-) και τη ρίζα "πόνος" (passio). Σε άλλες γλώσσες, παραδείγματος χάριν στα τσέχικα, στα πολωνικά, στα γερμανικά, στα σουηδικά, η λέξη αυτή αποδίδεται με ένα ουσιαστικό που σχηματίζεται απ' το αντίστοιχο πρώτο συνθετικό, ακολουθούμενο από τη λέξη "αίσθημα" (στα τσέχικα: sou-cit, στα πολωνικά: wspol-czucie, στα γερμανικά: Mit-gefuhl, στα σουηδικά: med-kansia).
Στις λατινογενείς γλώσσες η λέξη συμπόνια σημαίνει ότι δεν μπορεί κανείς ν' αντιμετωπίζει με κρύα καρδιά τον πόνο του πλησίον, μ' άλλα λόγια: τρέφει κανείς συμπόνια για κάποιον που πάσχει. Μία άλλη λέξη, που έχει περίπου το ίδιο νόημα, ο οίκτος (αγγλικά pity, ιταλικά pieta κ.λπ.), υπονοεί κιόλας ένα είδος επιείκειας προς το άτομο που υποφέρει. Το να έχει κανείς οίκτο για μια γυναίκα, σημαίνει να είναι πιο σωστά τοποθετημένος απ' αυτήν, να σκύβει, να χαμηλώνει ως αυτήν.
Αυτός είναι ο λόγος που η λέξη συμπόνια εμπνέει γενικά τη δυσπιστία, υποδηλώνει ένα αίσθημα που θεωρείται παρακατιανό, που δεν έχει και πολλή σχέση με τον έρωτα. Το ν'αγαπάς κάποιον από συμπόνια, δεν σημαίνει ότι τον αγαπάς πραγματικά.
Στις γλώσσες που σχηματίζουν τη λέξη συμπόνια όχι με τη ρίζα "πόνος" αλλά με το ουσιαστικό "αίσθημα", η λέξη χρησιμοποιείται λίγο πολύ με την ίδια έννοια, αλλά δύσκολα μπορεί κανείς να πει ότι υποδηλώνει ένα συναίσθημα κακό ή μέτριο. Η μυστική δύναμη της ετυμολογίας της λούζει τη λέξη μ'ένα άλλο φως και της δίνει μια έννοια πιο πλατιά: το να έχεις συμπόνια (συν-αίσθημα), σημαίνει να μπορείς να ζεις μαζί με τον άλλο τη δυστυχία του, αλλά επίσης να νιώθεις μαζί του οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα: τη χαρά, την αγωνία, την ευτυχία, τον πόνο. Αυτή εδώ η συμπόνια (με την έννοια της φροντίδας, wspolczucie, Mitgefuhl) σκιαγραφεί λοιπόν την υψηλότερη δυνατότητα της συναισθηματικής φαντασίας, την τέχνη της τηλεπάθειας των συγκινήσεων. Στην ιεραρχία των συναισθημάτων, είναι το ύψιστο συναίσθημα.
Όταν η Τερέζα ονειρευόταν ότι βύθιζε βελόνες κάτω από τα νύχια της, προδινόταν, αποκαλύπτοντας έτσι στον Τόμας ότι έψαχνε κρυφά στα συρτάρια του. Αν μια άλλη γυναίκα του έκανε κάτι τέτοιο, ποτέ πια δεν θα της απηύθυνε το λόγο. Επειδή η Τερέζα το ήξερε, του είπε: "Πέταξέ με έξω απ' την πόρτα!". Λοιπόν, όχι μόνο δεν την πέταξε έξω απ' την πόρτα, αλλά της πήρε το χέρι και της φίλησε τις άκρες των δαχτύλων γιατί, εκείνη την ίδια στιγμή, αισθανόταν κι αυτός ο ίδιος τον πόνο που ένιωθε εκείνη κάτω από τα νύχια, λες και τα νεύρα των δαχτύλων της Τερέζας συνδέονταν απευθείας με τον εγκέφαλό του.
Όποιος δεν έχει το διαβολικό χάρισμα της συμπόνιας (συν-αισθήματος) δεν μπορεί παρά να καταδικάσει εν ψυχρώ τη συμπεριφορά της Τερέζας, γιατί η ιδιωτική ζωή του άλλου είναι ιερή και δεν του ανοίγει κανείς τα συρτάρια όπου τακτοποιεί την προσωπική του αλληλογραφία. Καθώς όμως η συμπόνια είχε γίνει το πεπρωμένο (ή η κατάρα) του Τόμας, του φαινόταν ότι ήταν εκείνος που βρισκόταν γονατισμένος μπροστά στο συρτάρι του γραφείου του και δεν κατάφερνε να ξεκολλήσει τα μάτια από τις φράσεις που είχε χαράξει το χέρι της Σαμπίνας. Την καταλάβαινε την Τερέζα και όχι μόνον ήταν ανίκανος να της θυμώσει, αλλά την αγαπούσε ακόμα περισσότερο."
Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2006
Σοκ
Αυτό είχα πάθει και τότε με σένα. Θα πηγαίναμε στους Μολάους με τη φίλη μου τη Τζένη, είχαμε καταφέρει να βρούμε κάτι εισητήρια για μια βδομάδα με τον Κοινωνικό Τουρισμό, λίγο μετά που τελειώσαμε το Πανεπιστήμιο. Η εκδρομή αυτή δεν έγινε ποτέ. Έχω κάτι στο στήθος, μου είπες στο τηλέφωνο. Δεν ήταν απλώς "κάτι", ο όγκος ήταν τόσο μεγάλος που δεν ήταν πια εγχειρίσιμος...Και τώρα, μαθαίνω για την καλύτερή μου φίλη. Νιώθω πολύ άσχημα, το έμαθα σήμερα πριν λίγες ώρες. Έχουμε όμως χάσει επαφή και δεν ξέρω τι να κάνω...Πονάω πολύ και νιώθω μαζί θυμό. Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες κι εγώ το έμαθα τώρα;
Κυριακή, Οκτωβρίου 15, 2006
Αδέσποτα
Έχω μια φίλη. Είναι από τις φίλες των σχολικών χρόνων , τη γνωρίζω από την Πρώτη Γυμνασίου και καθόμασταν στο ίδιο θρανίο τα επόμενα πέντε χρόνια. Νομίζω πως αυτές οι φιλίες απλά υπάρχουν, είναι κάπου εκεί, εσύ κάνεις τις διαδρομές σου, σπας τα μούτρα σου, κάνεις πλαστικές, παγώνουν χαμόγελα στο πρόσωπό σου, αυτές εκεί, σε πείσμα κάθε ενθουσιασμού από νέες γνωριμίες. Εκεί.
Ήρθε για να ψηφίσει και γύρισα πολλά- πολλά χρόνια πίσω. Από διπλανά χωριά πηγαίναμε τότε στο Γυμνάσιο με ποδήλατα, λεοφωρεία δεν υπήρχαν, δυο-τρία χιλιόμετρα δρόμος ως την κοντινή κωμόπολη. Αφήναμε όλα τα ποδήλατα σε μια αυλή, όπου είχε το εργαστήρι του ένας που γάνωνε μπακίρια, καλός άνθρωπος και μας τα φύλαγε, έτσι χωρίς κανένα κέρδος, μάλλον φασαρία είχε...
Αυτή αγαπούσε τα αδέσποτα σκυλιά. Πάντα είχε κάποιο που προστάτευε, έβγαινε από το δρόμο της, έκανε κανα δυο χιλιόμετρα παραπάνω και πήγαινε, θυμάμαι, σ' ένα χτυπημένο αδέσποτο σκυλί, κάτω από μια γέφυρα, το σάντουϊτς που έπρεπε να φάει η ίδια στο σχολείο. Μιλούσε γι'αυτό και έκλαιγε...
Το ίδιο κάνει και τώρα. Πάντα έχει ένα αδέσποτο που προστατεύει. Για το τελευταίο, εδώ και δύο χρόνια πάει από τη μια άκρη της Θεσσαλονίκης στην άλλη. Αχ, μου λέει, δεν ξέρεις πως κάνει όταν με βλέπει...
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν και είναι παρήγορο αυτό. Νομίζω.
Ήρθε για να ψηφίσει και γύρισα πολλά- πολλά χρόνια πίσω. Από διπλανά χωριά πηγαίναμε τότε στο Γυμνάσιο με ποδήλατα, λεοφωρεία δεν υπήρχαν, δυο-τρία χιλιόμετρα δρόμος ως την κοντινή κωμόπολη. Αφήναμε όλα τα ποδήλατα σε μια αυλή, όπου είχε το εργαστήρι του ένας που γάνωνε μπακίρια, καλός άνθρωπος και μας τα φύλαγε, έτσι χωρίς κανένα κέρδος, μάλλον φασαρία είχε...
Αυτή αγαπούσε τα αδέσποτα σκυλιά. Πάντα είχε κάποιο που προστάτευε, έβγαινε από το δρόμο της, έκανε κανα δυο χιλιόμετρα παραπάνω και πήγαινε, θυμάμαι, σ' ένα χτυπημένο αδέσποτο σκυλί, κάτω από μια γέφυρα, το σάντουϊτς που έπρεπε να φάει η ίδια στο σχολείο. Μιλούσε γι'αυτό και έκλαιγε...
Το ίδιο κάνει και τώρα. Πάντα έχει ένα αδέσποτο που προστατεύει. Για το τελευταίο, εδώ και δύο χρόνια πάει από τη μια άκρη της Θεσσαλονίκης στην άλλη. Αχ, μου λέει, δεν ξέρεις πως κάνει όταν με βλέπει...
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν και είναι παρήγορο αυτό. Νομίζω.
Σάββατο, Οκτωβρίου 14, 2006
Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006
Η ίδια δυσκολία...
ακόμα και τώρα που δεν είσαι εδώ, ακόμα και τώρα που φαντάζομαι πως σου μιλάω, και πάλι δε μου είναι εύκολο. Πέρασε σχεδόν ένας μήνας απ' όταν πήρα την απόφαση να μιλάω σε σένα από εδώ, και μετά σιωπή...Κάτι μου θυμίζει αυτό, ποτέ δε μιλούσα, ποτέ δεν έλεγα αυτό που πραγματικά είχα μέσα μου γιατί πάντα νόμιζα, πάντα φοβόμουν πως δε θα καταλάβαινες. Λοιπόν, αυτό απ' όπου θα σου μιλώ το λένε μπλογκ. Δεν ξέρω γιατί, κι ούτε με νοιάζει. Μου αρέσει όμως γιατί είναι άϋλο και φαντάζομαι κάπως να διασταυρώνονται μέσα από αυτό, μέσα σε αυτό φωνές, πολλές φωνές, ταξιδεύοντας μέσα στο άπειρο, σμίγουν, χωρίζονται, ξανασμίγουν. Εκεί στο άπειρο δεν είσαι και συ; Πολλές φορές σε ψάχνω κοιτώντας τον ουρανό από την αυλή του σπιτιού μας, ξέρεις, νύχτα. Πουθενά τ'αστέρια δε φαίνονται καλύτερα. Είναι σα να είσαι στο κέντρο του σύμπαντος. Εμείς τώρα μένουμε δίπλα μαμά, το ξέρεις έτσι;μας έχεις δει φαντάζομαι...Μία πόρτα κι ένας τοίχος χωρίζει τη δική μας αυλή από του μπαμπά, όμως εκεί λες κι' είναι άλλος ο ουρανός!Γαλήνη. Βρίσκει η ψυχή μου τη θέση της στον κόσμο...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)









